ProZ.com global directory of translation services
 The translation workplace
Ideas
KudoZ home » English to Greek » Social Science, Sociology, Ethics, etc.

situatedness

Greek translation: πλαισιοθέτηση

Login or register (free and only takes a few minutes) to participate in this question.

You will also have access to many other tools and opportunities designed for those who have language-related jobs
(or are passionate about them). Participation is free and the site has a strict confidentiality policy.
GLOSSARY ENTRY (DERIVED FROM QUESTION BELOW)
English term or phrase:situatedness
Greek translation:πλαισιοθέτηση
Entered by: kaydee
Options:
- Contribute to this entry
- Include in personal glossary

11:44 Aug 31, 2005
English to Greek translations [PRO]
Social Sciences - Social Science, Sociology, Ethics, etc. / classics
English term or phrase: situatedness
If the essence of the act of 'apodexis' is its contextualization and *'situatedness'*, as was suggested above, then what is the context for the 'apodexis' of great deeds as we see it throughout the Histories?

E. Bakker, Herodotus Histories Apodexis.....

Να αναφέρω και πάλι κάποια από τα σχετικά με το contextualization και την κεντρική ιδέα της μελέτης:

The contextualization of the act of δείξις is due to the force of the preverb; on account of its meaning 'back again', απο- can lend a supplementary contextual dimension to the basic meaning of a verb....Whan is 'shown' in an act denoted by απο-δεικ, is always changed in the act, and may not even have existed before. The person or thing pointed at in an act of αποδεικνύναι acquires a new function according to the requirements of the context. Αποδεικνύναι is 'proving' that the person or thing 'pointed at' is different from what he or she was before....The dialogic 'giving back' to a context... is central in the Herodotean phrase αποδέξασθαι την γνώμην...

Νομίζω ότι αυτά αρκούν για την ώρα.
Για το situatedness βρήκα μόνο την 'εγκατάσταση', σε ένα γλωσσάρι τεχνητής νοημοσύνης.
kaydee
Local time: 08:36
'κειμενότητα'
Explanation:
Δεν έχω ιδέα τι είναι αυτό, δεν ξέρω αν θέλω να μάθω (ή αν προλαβαίνω σ' αυτή τη ζωή), αλλά απλώς καταθέτω την ιδέα ότι, αφού "situated" είναι "κείμενος", η λογική της γλώσσας θα με οδηγούσε στην "κειμενότητα". Δεν σημαίνει τίποτα αν δεν το εξηγήσεις, όπως άλλωστε και το situatedness, ένας όρος είναι με γλωσσική αντιστοιχία. Και δεν ξέρω αν αξίζει να τυραννιόμαστε να βρούμε όρο που να εξηγεί.
Το "εγκατάσταση" δεν μ' αρέσει γιατί δηλώνει κατάσταση.
Το "κειμενότητα" μ' αρέσει γιατί δεν υπάρχει με άλλες σημασίες και παραπέμπει και λίγο στα συγκείμενα.
Βεβαίως, δηλώνω ότι δεν ξέρω αν έχει ήδη περάσει πιο επιτυχημένος όρος στην ελληνική βιβλιογραφία.

--------------------------------------------------
Note added at 36 mins (2005-08-31 12:21:19 GMT)
--------------------------------------------------

Διόρθωση: Το "εγκατάσταση" δεν μ' αρέσει επειδή δηλώνει ΠΡΑΞΗ, όχι ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ.

--------------------------------------------------
Note added at 41 mins (2005-08-31 12:26:26 GMT)
--------------------------------------------------

Και επειδή κάπου βρήκα αυτό τον ορισμό:
Situatedness is the context that provides the multiple perspectives needed for understanding that permits all voices to be heard in good faith.
το "κειμενότητα" αρχίζει να μ' αρέσει όλο και περισσότερο.

--------------------------------------------------
Note added at 53 mins (2005-08-31 12:37:58 GMT)
--------------------------------------------------

Η "καταστασιακότητα" που κομίζει ο Αντράς διαβάζω εδώ ότι ορίζεται ως εξής:
Βλ. Γ. Μπαµπινιώτης, Γλωσσολογία και Λογοτεχνία, Β` έκδοση, σελ.250-251, Εκδόσεις ∆. Μαυροµάτη, Αθήνα 1991, όπου ως καταστασιακότητα ορίζεται η σχέση ενός όρου ή ενός κειµένου µε το εξωγλωσσικό του περιβάλλον, δηλαδή µε καταστάσεις, συνθήκες, χωροχρονικές σχέσεις, πρόσωπα, πράγµατα, γεγονότα που φωτίζουν την κατανόηση των λεγοµένων και εξασφαλίζουν τη συνεκτικότητα του κειµένου.
Και όπως θα είδες υπάρχει και σε άλλες τρεις μεριές. Οπότε αν αυτή είναι η σημασία του "situatedness", ξεμπέρδεψες. (Μα τι λέξεις είναι αυτές;)
(Ο Αντράς θα επιστρέψει από αύριο;)

--------------------------------------------------
Note added at 58 mins (2005-08-31 12:43:13 GMT)
--------------------------------------------------

Ακυρο: Με βάση τη γλωσσική αντιστοιχία, το "καταστασιακότητα" είναι φυσικά το situationality.

--------------------------------------------------
Note added at 2 hrs 15 mins (2005-08-31 14:00:04 GMT)
--------------------------------------------------

Τα 'situated' βρήκα να μεταφράζονται: εντός πλαισίου, πλαισιοθετημένη (που μας πάει στο πλαισιοθέτηση).

--------------------------------------------------
Note added at 2 hrs 21 mins (2005-08-31 14:05:29 GMT)
--------------------------------------------------

Υπάρχουν κι αρκετά "εγκατεστημένη γνώση" αλλά μετά θα μπερδευόμαστε με το established knowledge (και για το "εγκατάσταση" είπα την άποψή μου).
Εδώ http://www.media.uoa.gr/sas/issues/10_issue/mpoumpar.html μιλάει για "κείμενη γνώση".

--------------------------------------------------
Note added at 2 hrs 31 mins (2005-08-31 14:16:24 GMT)
--------------------------------------------------

Επειδή έχουμε και πλαισιοθετημένη μάθηση (όπου δεν μ' αρέσει το εγκατεστημένη μάθηση για το situated learning), καταλήγω στην πρόταση "πλαισιοθέτηση (situatedness)" για να κάνεις τη δουλειά σου, και ας μαλώνουν οι γνωσιολόγοι σε ποιον όρο θα καταλήξουν. Και νομίζω ότι είναι και ωραίος, εκφραστικός όρος.

--------------------------------------------------
Note added at 4 hrs 5 mins (2005-08-31 15:49:46 GMT)
--------------------------------------------------

Αυτός εδώ http://www.primedu.uoa.gr/sciedu/EDIFEWEB/journal/arthra/per... την έχει "εγκατεστημένη στο πλαίσιο", οπότε πάμε πάλι στο πλαισιοθετημένη.

--------------------------------------------------
Note added at 10 hrs 9 mins (2005-08-31 21:54:10 GMT)
--------------------------------------------------

Κάνω διαλείμματα στη δουλειά και επανέρχομαι σε τούτο εδώ γιατί καταφέρατε να μου κινήσετε το ενδιαφέρον. Να ευχαριστήσω τον Αντράς για την υπερκείμενη και υποκείμενη υποστήριξη. Να δηλώσω ότι με ιντριγκάρει το situatedness ως ένας δύσκολος όρος και όχι μόνο για να βολευτεί η μία και μοναδική αναφορά στο κείμενο της Κ. Γι’ αυτό δεν ασπάζομαι την άποψη της Βίκης για μια απλή «τοποθέτηση» (που μπορεί ίσως να εξυπηρετεί προσωρινά ένα κείμενο, αλλά δεν εξυπηρετεί την ανάγκη για έναν αποκλειστικό, κατά προτίμηση μονολεκτικό και, ει δυνατόν, αντιστρέψιμο όρο).

Δυο όμορφες αναφορές:
…sought to clarify the phenomenological roots of the currently popular concept of "situatedness". "Situated" is the English translation of the German term "befindlich", which has the rich double meaning of both the situational circumstances of action and the emotional disposition of how you feel in them. However, in the current more narrow revival of the (English) concept, the emotional heart of the phenomenological definition has been lost.

The concept of situatedness has since the mid-1980s been used extensively in the cognitive science and AI literature, in terms such as ‘Situated Action’ (Suchman, 1987), ‘Situated Learning’ (e.g. Lave, 1991), ‘Situated AI’ (e.g. Husbands et al., 1993), ‘Situated Robotics’ (e.g. Hallam and Malcolm, 1994), ‘Situated Activity’ (e.g. Hendriks-Jansen, 1996), ‘Situated Cognition’ (Clancey, 1997, Clark, 1999) and ‘Situated Translation’ (Risku, 2002).

Για το ελληνικό:
Κάποια «εντός πλαισίου μάθηση», «εντός πλαισίου γνώση» ή «ενταγµένες σε πλαίσιο για τη γνώση και την µάθηση» ή «που συνδέεται µε συγκεκριµένα πλαίσια (situated learning)» είναι φλύαρες προσωρινές διατυπώσεις που δεν μας δίνουν ουσιαστικά.

Το «κείμενη» (όπως π.χ. «κείμενη» νομοθεσία) μου αρέσει, αλλά και αλλού παραπέμπει, και δεν έχει σχέση με κατάσταση και το «κειμενότητα» δε λέει.

Έτσι, απευθυνόμενος στον κοινό προβληματισμό:
Ή το πλαισιοθετημένη – πλαισιοθέτηση.
Ή, αφού το «εγκατεστημένη» φαίνεται να έχει τους περισσότερους οπαδούς (στο διαδίκτυο, τουλάχιστον), να υποταχθούμε στο παραγωγικό σχήμα situation – situated – situatedness και στο:
κατάσταση – εγκατεστημένος – εγκατάσταση (όπως στο γλωσσάρι που αναφέρει η Κ.) ή «το εγκατεστημένο» (όπερ και προτιμώ).
Π.χ.
contextualization and 'situatedness': συγκειμενοποίηση και εγκατάσταση (είναι κάτι σαν «εγκατάσταση στο γνωσιακό» εδώ, ένα βήμα πριν την ενσωμάτωση μήπως;)
social situatedness: το κοινωνικό εγκατεστημένο

Βλέπετε, από το situated οι αγγλόφωνες δεν μπορούν να φτιάξουν ουσιαστικό σε –ization, οπότε μου έχει μείνει η απορία αν τούτο το –ness περιγράφει κυρίως κατάσταση (το φυσιολογικό) ή πράξη.

Αν έπρεπε να μεταφράσω ένα βιβλίο με πολλά situated/ness, θα μπορούσα να διατυπώσω μια πιο υπεύθυνη άποψη. Να κάτσω να διαβάσω όλες τις αναφορές στο διαδίκτυο, δεν το θεωρώ πιθανό.


--------------------------------------------------
Note added at 11 hrs 7 mins (2005-08-31 22:52:05 GMT)
--------------------------------------------------

Δεν ξέρω αν το ‘as suggested above’ είναι το κομμάτι που παραθέτεις ή κάτι άλλο για να έχω τη σωστή σύνδεση. Τα εισαγωγικά φαίνονται στο παράθεμα, αλλά έτσι κι αλλιώς πρέπει να ξεκινήσουμε από μια «επίσημη» γενικότερη απόδοση του όρου πριν καταλήξουμε σε ανεπίσημη και ειδική. Κάποια στιγμή μού πέρασε από το μυαλό το «εγ-κατάσταση» αλλά ήταν αυθαίρετο. Τα περί πλαισίων μού τα ενέπνευσαν οι διαδικτυοσελίδες και η αναζήτηση ξεχωριστού όρου. Καλύτερα να βαδίσεις την έστω και ελάχιστα πεπατημένη και, στη μία αναφορά που έχεις, αφού οπωσδήποτε θα δώσεις και το (‘situatedness’), ίσως αρκεί ένα σκέτο «εγκατάσταση» – και αν καταλάβεις και το πού, ας πούμε, εγκατάσταση στο γνωσιακό. Αλλά χρειάζεται να δούμε και τα αμέσως προηγούμενα.

--------------------------------------------------
Note added at 12 hrs 22 mins (2005-09-01 00:06:37 GMT)
--------------------------------------------------

Και αφού είδαμε και τα προηγούμενα:
Πρόσεξε τι λέει η πρόταση με το ‘situatedness’ και τι έχει προηγηθεί:
‘The act of αποδέξασθαι is … a constructive contribution to an evolving communicative reality.’
Θεωρώ δηλαδή ότι εδώ βρίσκεται η σημασία που δίνει ο Β. στο ‘situatedness’: στον εμπλουτισμό της επικοινωνιακής πραγματικότητας. Το βάζει δίπλα στη συγκειμενοποίηση. Να θεωρήσω ότι είναι ένα είδος ‘contextual situatedness’, εγκατάσταση στην ‘contextual cognition’; Οπότε ίσως μπορείς να το πεις «συγκειμενική εγκατάσταση». Θα το κρίνεις διαβάζοντας παρακάτω για να δεις πού το πάει.


--------------------------------------------------
Note added at 3 days 3 hrs 42 mins (2005-09-03 15:27:05 GMT)
--------------------------------------------------


****************************************************************
Επανέρχομαι στη γενικότερη απόδοση του ‘situatedness’.

Επιμένω ότι το «καταστασιακότητα» είναι απόδοση του situationality:
situationality: the relation between the text-event and the situation in which it occurs
situationality: Every semiotic element gains a meaning in a specific context and in a specific situation. Then it is important to determine what is said, by whom, to whom, when, why, where and how.
Ο ελληνικός ορισμός της καταστασιακότητας υπάρχει πιο πάνω («η σχέση ενός όρου ή ενός κειµένου µε το εξωγλωσσικό του περιβάλλον…»).
Η περιστασιακότητα είναι το circumstantiality, αλλά διαφωνώ με τη διατύπωση “circumstantiality: another word for situatedness”, την οποία κάνει μόνον ένας στις 36.000 σελίδες για το situatedness.
Έτσι, αν βολέψουν το κείμενο της Κ. οι όροι κατασταστιακότητα ή περιστασιακότητα δεν μπορεί να συναναφερθούν με το “situatedness”, εκτός αν είναι βέβαιο ότι ο Β. χρησιμοποιεί το situatedness με τη σημασία του situationality ή του circumstantiality.

Εμένα εξακολουθεί να με ενδιαφέρει η γενικότερη σημασία και ελληνική απόδοση του situatedness. Και αναταξινομώ τις σκέψεις μου.
Το πρόβλημα αρχίζει από το situation, που για τους Αγγλους σημαίνει *θέση*, τοποθέτηση, *κατάσταση*. Πριν φτάσουν στο situated, αρχίζουν από όλες αυτές τις σημασίες – από τη θέση του Χ στο περιβάλλον, στο περικείμενο. Αυτή η θέση του είναι και η κατάστασή του, ορίζει την κατάστασή του. Δεν είναι αυθύπαρκτο το Χ, αλλά διαμορφωμένο από τη θέση του. Άρα το situated σημαίνει ότι το Χ κείται, έχει μια θέση (situation), στο περιβάλλον, το περικείμενο, το οποίο το επηρεάζει και ορίζει τη νυν κατάστασή του (situation). Έχει μια ως εκ της θέσεώς του κατάσταση. Αυτή τη διπλή σημασία συνδυάζει η αγγλική λέξη.

Το ουσιαστικό situatedness δεν μπορεί να περιγράφει, κανονικά, ενέργεια. Περιγράφει κατάσταση, αντίληψη, π.χ. the situatedness of knowledge σημαίνει «το γεγονός ότι η γνώση καθορίζεται από το κοινωνικό περιβάλλον». Εδώ είναι και η διαφορά από το situationality: η situationality ορίζει τη σχέση του Χ με το περικείμενο. Το situatedness δίνει έμφαση στο ότι υπάρχει σχέση του Χ με το περικείμενο, στο ότι το Χ δεν είναι αυθύπαρκτο, στη «μη αυθυπαρξία» του (να μια ωραία ελεύθερη απόδοση).

Σε ελληνικές μελέτες φοιτητών και καθηγητών οι αποδόσεις του situated (αφού δεν μπορούμε να φτάσουμε στο situatedness αν δεν αποδώσουμε το situated) είναι οι παρακάτω:

ΚΑΤΙ ΜΕ «ΠΛΑΙΣΙΟ»
- Οι απόψεις που εστιάζουν στην κοινωνική και επηρεαζόµενη από το γενικό πλαίσιο φύση της γνώσης, και που καθιστούν την κατάσταση ένταξης προεξέχουσα στην ανάλυση της γνωστικής λειτουργίας, έχουν χαρακτηριστεί ως *«ενταγµένες σε πλαίσιο»* (situated).
- Η περιβαλλοντική εκπαίδευση προσφέρει στην εκπαίδευση στις φυσικές επιστήµες ένα εύρος προοπτικών για τη γνώση και την µάθηση *που συνδέεται µε συγκεκριµένα πλαίσια (situated learning)* και…
- Situated Knowledge: Η εντός πλαισίου γνώση
- Στο εισαγωγικό επίπεδο της διδασκαλίας αρχάριων σπουδαστών προτιμάται συνήθως μια πιο δομημένη και μη *πλαισιοθετημένη (situated)* προσέγγιση όπου η συνθετότητα διατηρείται σε ένα ελάχιστο επίπεδο.

ΚΑΤΙ ΣΕ «ΕΓΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΗ»
- situated training. εγκατεστημένη εκπαίδευση
- αντίληψη για την εγκατεστημένη γνώση (situated learning)
- η εγκατεστημένη (situated) προσέγγιση

ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΣΕ «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ»
- Η θεωρία της «εν καταστάσει δράσης» (situated action) η οποία ασχολείται με τις ανθρώπινες δραστηριότητες σε ξεχωριστές καταστάσεις ή με την αλληλεπίδραση των κοινωνικών δραστών με τις καθημερινές καταστάσεις και με τις αναπαραστάσεις αυτών των καταστάσεων. Οι καταστάσεις ενεργά οικοδομούνται από τους κοινωνικούς δράστες, αλλά την ίδια στιγμή οι δράστες το ίδιο «παθητικά» προσαρμόζονται σε αυτές τις καταστάσεις. Η άποψη αυτή δέχεται μια κάπως μικρότερη μονάδα ανάλυσης, η οποία βλέπει την μάθηση σαν μια διαδικασία εισόδου στην κοινωνία της πρακτικής και ορίζει αυτή ως «την δραστηριότητα του δρώντος-προσώπου σε μια συνθήκη». Ο Suchman (1987) χρησιμοποιεί το όρο αυτό για να αποδώσει την θεωρητική του προσέγγιση. Η δική του άποψη φαίνεται να είναι περισσότερο επικεντρωμένη στη επίδραση της κατάστασης και υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη δράση καθορίζεται από βαθιά παγιωμένες και ιδιαίτερες καταστάσεις και είναι πιθανόν να μην επηρεάζονται από προϋπάρχοντα σχέδια. Επίσης θεωρεί τους στόχους σαν κάτι που προκύπτει από τη εξήγηση της συγκεκριμένης κατάστασης από το δράστη.

Όπως λοιπόν οι ξένοι ξεντώνουν συχνά τη σημασία του situated, έτσι και οι αποδόσεις εδώ παίζουν ανάμεσα στη «θέση» και την «κατάσταση»: από τοποθετημένες, ενταγμένες σε ένα πλαίσιο (το περικείμενο) και πλαισιοθετημένες, σε εγκατεστημένες (εν-κατεστημένες) και «εν καταστάσει».

Θέλω ωστόσο να ξεφύγω από εξειδικευμένες χρήσεις, ερμηνείες και αποδόσεις του situated, όπως τα «εν καταστάσει» ή «εν ταις περιστάσεσι».
Νομίζω ότι το «εγκατεστημένη» μού θυμίζει πολύ το «κατεστημένη» και το «καθεστηκυία». Το «εγκατάσταση» με αποπροσανατολίζει σε μεταβατικές ενέργειες.
Αν ορίζω σωστά το situated (δηλ. «που έχει μια ως εκ της θέσεώς του κατάσταση») είναι πιο κοντά τα «εντός πλαισίου» (δηλαδή περικειμένου), άρα τείνω να προτιμήσω το *πλαισιοθετημένος* και την *πλαισιοθέτηση*, ελλείψει καλύτερης λέξης για το «πλαίσιο» και χωρίς να ενοχλούμαι (αντιθέτως) από το «θέση».

Αυτά για τη γενικής χρήσης απόδοση του situated/ness, χωρίς να με απασχολεί τι υπήρχε στο μυαλό του Β. όταν το χρησιμοποιούσε στη δεδομένη πρόταση.


--------------------------------------------------
Note added at 6 days (2005-09-06 13:51:01 GMT)
--------------------------------------------------

[Σχόλιο στο: Μια ερώτηση...]
Το situatedness δεν δείχνει το περιορισμένο π.χ. της γνώσης, αλλά το εξαρτημένο ή το διαμορφωμένο από το περιβάλλον. Χρησιμοποίησα το «περικείμενο» με την έννοια αυτού που κείται πέριξ, είτε είναι το ευρύτερο περιβάλλον ή κάτι ειδικότερο σε μια άλλη περίπτωση.
Επίσης δεν θα έμπλεκα το situated με υποκειμενικές και αντικειμενικές κρίσεις.
Η γνώση είναι situated επειδή δεν είναι αυθύπαρκτη αλλά διαμορφώνεται από το περιβάλλον. Δεν πρέπει δηλαδή (για να χρησιμοποιήσω και σχετικό όρο) να γίνεται “decontextualized”, να την αντιλαμβανόμαστε ως «αποσυγκειμενοποιημένη», ως ξέχωρη από το περικείμενο.
Την έννοια του περιβάλλοντος, ή του περικειμένου που λέω εγώ, την αποδίδουν με το «πλαίσιο». «Πλαισιοθετημένη» σημαίνει «τοποθετημένη μέσα σ’ ένα πλαίσιο», μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον της (και άρα διαμορφωμένη από αυτό).
Τα situated και situatedness περιγράφουν κατάσταση, όχι ενέργεια. Το «πλαισιοθέτηση» δηλαδή πρέπει να το δούμε σαν την κατάσταση του να είσαι πλαισιοθετημένος. Αν θα ήθελες να διατυπώσεις με αυτούς τους όρους μια μεταβατική κατάσταση, το να μπαίνεις σ’ ένα πλαίσιο, θα έλεγες “becoming situated”.
Π.χ. The US becomes 'situated'. It seems like the US has finally found a postmodern identity for itself.
Selected response from:

Nick Lingris
Local time: 08:36
Grading comment
Σας ευχαριστώ πολύ όλους. Νίκο, σ' ευχαριστώ και για την απόδοση και για τη συζήτηση.
4 KudoZ points were awarded for this answer



Summary of answers provided
1 +4αναγωγή στη σωστή θέση ή τοποθέτηση στο σωστό χώρο και χρόνοVicky Papaprodromou
3 +1καταστασιακότητα
Lamprini Kosma
1 +2'κειμενότητα'
Nick Lingris
1 +1...
Costas Zannis
2ένταξη σε μια κατάστασηflipendo


Discussion entries: 40





  

Answers


1 hr   confidence: Answerer confidence 2/5Answerer confidence 2/5
ένταξη σε μια κατάσταση


Explanation:
Δεν έχω πηγές να το στηρίξω, ωστόσο για να δώσω και μια άλλη άποψη. Μη σπεύσετε να με καταδικάσετε για τούτο, συνάδελφοι, αν και έχετε τις καλύτερες των προθέσεων!

flipendo
Local time: 08:36
Native speaker of: Native in GreekGreek
PRO pts in category: 8
Login to enter a peer comment (or grade)

1 hr   confidence: Answerer confidence 1/5Answerer confidence 1/5 peer agreement (net): +4
αναγωγή στη σωστή θέση ή τοποθέτηση στο σωστό χώρο και χρόνο


Explanation:
Λέω εγώ για να μην ξεφεύγουμε από την αρχική έννοια του ρήματος 'situate' και αφού το αρχαίο 'κείμαι' δεν μας έχει δώσει παρά ελάχιστα παράγωγα (κείμενο, κειμήλιο).



--------------------------------------------------
Note added at 2 hrs 16 mins (2005-08-31 14:01:02 GMT)
--------------------------------------------------

Μου αρέσει πολύ η απόδοση "χωροχρονική τοποθέτηση" που προτείνει ο Αντράς και τον ευχαριστώ πολύ και πάλι.:-)

Vicky Papaprodromou
Local time: 08:36
Native speaker of: Greek
PRO pts in category: 66

Peer comments on this answer (and responses from the answerer)
agree  flipendo: Μου αρέσει πολύ η λέξη "αναγωγή" που προτείνεις, δεν είμαι ωστόσο σίγουρη για το επίθετο "σωστή", δηλαδή κατά πόσο ενδείκνυται για την περίπτωση αυτή.
32 mins
  -> Kι εμένα μου αρέσει το 'αναγωγή', όσο για το 'σωστή' δεν μπόρεσα να σκεφτώ κάτι καλύτερο.

agree  Andras Mohay: Μου αρέσει το σκέτο "χωροχρονική τοποθέτηση" και βάλαμε (αναγάγαμε) τα πράγματα στην θέση τους :-)
58 mins
  -> Κι εμένα μου αρέσει έτσι ακριβώς όπως το λες. :-) Ευχαριστώ, Αντράς.

neutral  Nick Lingris: Το "χωροχρονική τοποθέτηση" δεν ξέρω αν είναι απόλυτα ακριβές (είναι μόνο μέσα στο χώρο και το χρόνο;) αλλά είναι ίσως και φλύαρο, όπως και το "χωροχρονικά τοποθετημένο" για το situated.
2 hrs
  -> Ίσως δεν είναι απόλυτα ακριβές, απλώς μου αρέσει ως διατύπωση.:-) Γι' αυτό είπα τοποθέτηση στο χώρο και στο χρόνο. Από την άλλη, πιστεύω πως προέχει η κατανόηση του κειμένου από τον αναγνώστη ακόμη και φλύαρα κι όχι η μονολεκτική απόδοση περίεργων εννοιών

agree  xxxsonja29: Συμφωνώ όσο δε λέγεται! Ας την αφήσουμε την καταστασιακότητα (situationality) στο κειμενογλωσσολογικό της συγκείμενο, όπου εδραιώθηκε και ανήκει. :) Θα πρότεινα και "χωροχρονική ένταξη".
22 hrs
  -> Eυχαριστώ πολύ, Σόνια. Και χαίρομαι πολύ που συμφωνούμε. Από δω και πέρα, η Κατερίνα μας διαλέγει και παίρνει.:-)

agree  Nadia-Anastasia Fahmi: Και αυτό το περιφραστικό μ' αρέσει...
8 days
Login to enter a peer comment (or grade)

1 hr   confidence: Answerer confidence 3/5Answerer confidence 3/5 peer agreement (net): +1
καταστασιακότητα


Explanation:
Βλέποντας τον ορισμό και την πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση του όρου "situatedness" σε αυτό τον σύνδεσμο

http://tinyurl.com/73xwg

"A situation consists of the spatiotemporal ordering of objects and agents alongside physicallygiven constraints or characteristics like gravitational force or light intensity. Of interest to anagent2are the stimuli that it can perceive with its sensors. In our view, *situatedness* refers to specific situations in which actions take place."

και τη σχετική ανάλυση στο:
http://64.233.183.104/search?q=cache:Xjv0B6dXEVAJ:ils.ekdd.g...

θα έλεγα ότι συμφωνώ με τον Andras και επιπλέον δεν νομίζω ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον όρο τυχαία.

Δες λίγο κι εδώ.
http://www.cc.uoa.gr/linguistics/syllabus_b.htm

--------------------------------------------------
Note added at 1 hr 39 mins (2005-08-31 13:24:04 GMT)
--------------------------------------------------

Δες κι αυτό τον σύνδεσμο. Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον.

"...περιστασιακότητα (στην ανάγκη προσαρμογής ενός κειμένου στην εξωκειμενική περίσταση επικοινωνίας)"
http://www.media.uoa.gr/language/studies/studies.php?s=4



--------------------------------------------------
Note added at 1 hr 50 mins (2005-08-31 13:34:55 GMT)
--------------------------------------------------

"What one must remember is that circumstantiality--another name for situatedness--is not something one can escape by recognizing it,..."
http://jac.gsu.edu/jac/15.1/Articles/3.htm

"...in order to mark its contradictions, its limits, and its cultural situationality (the cultural situatedness of its categories)."
http://eserver.org/clogic/1-2/sahay.html

--------------------------------------------------
Note added at 1 day 19 hrs 14 mins (2005-09-02 06:58:45 GMT)
--------------------------------------------------

Προσωπικά πάντως βλέποντας και τις τελευταίες προσθήκες σου θα σου έλεγα να δεις περισσότερο την "περιστασιακότητα", αφού η "καταστασιακότητα" σου φαίνεται σκληρός όρος. Νομίζω ότι το κοινό στο οποίο απευθύνεται το κείμενο δεν θα δυσκολευτεί τόσο ώστε να χρειάζεται να αντικαταστήσεις τον όρο με την επεξήγησή του.

Lamprini Kosma
Italy
Local time: 07:36
Works in field
Native speaker of: Native in GreekGreek
PRO pts in category: 28

Peer comments on this answer (and responses from the answerer)
agree  Andras Mohay: Σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Άλλο, βέβαια situatedness και άλλο situationality, αλλά ίσως δεν συγκρούονται/αντιδιαστέλλονται, γι' αυτό έριξα την ιδέα.
22 mins
  -> Ναι, έτσι το βλέπω κι εγώ, ειδικά στο κείμενο που παρατίθεται ως πρωτότυπο.
Login to enter a peer comment (or grade)

1 hr   confidence: Answerer confidence 1/5Answerer confidence 1/5 peer agreement (net): +1
...


Explanation:
Μικρή συμβολή χωρίς απαιτήσεις, κι ως προέκταση της πρότασης του Αντράς, μήπως και σε φωτίσει:

Κειμενογλωσσολογία - Υφογλωσσολογία : Γλωσσολογική ανάλυση κειμένων. Από την μικροδομή (πρόταση) στη μακροδομή (κείμενο). Κειμενικότητα (επικοινωνιακά χαρακτηριστικά του κειμένου): συνοχή, συνεκτικότητα, προθετικότητα, αποδεκτότητα, πληροφορητικότητα, ***καταστασιακότητα,*** διακειμενικότητα. Προβλήματα αναλύσεως του κειμένου. Παραγωγή και πρόσληψη του κειμένου. Η γλωσσική διαφοροποίηση του κειμένου. Γλώσσα και ύφος. Υφολογική ανάλυση. Νόρμα και ύφος, επιλογές - αποκλίσεις. Προβλήματα αναλύσεως του λογοτεχνικού και του μη λογοτεχνικού κειμένου. Κειμενολογικές θεωρίες: ρωσικός φορμαλισμός, νεοκριτική Σχολή, εξηγητική και ερμηνευτική του κειμένου, Σχολή της Πράγας, o Jakobson και η Σχολή του, γαλλικός στρουκτουραλισμός.

http://www.cc.uoa.gr/linguistics/syllabus_b.htm

(Θεέ μου αυτοί οι γλωσσολόγοι, τι λέει «ο στόμας τους»…)


--------------------------------------------------
Note added at 2 days 2 hrs 56 mins (2005-09-02 14:40:40 GMT)
--------------------------------------------------

Επειδή το θέμα δεν είναι καθόλου απλό και θα απασχολήσει το Ελληνικό τμήμα του ProZ τους επόμενους μήνες, παραθέτω ένα απόσπασμα απ' το βιβλίο (ναι έχει γραφτεί βιβλίο για τη λέξη) "Situatedness, or, Why We Keep Saying Where We're Coming From" του David Simpson, για όσες και όσους θα ήθελαν να εμβαθύνουν.

Chapter One

Self-Affiliation and the Management of Confusion

What Is Situatedness? If and when the next round of dictionaries is compiled, situatedness will show up as one of the buzzwords of the late twentieth century. Its meaning is not yet quite commonplace or self-evident, but it is creeping into familiar use in academic and professional language and may well spread more widely. It has a lot to do with the much more familiar locution I have taken for my subtitle; people are always telling us where they are coming from. But the gesture is as puzzling as it is familiar. It is used mostly as a prelude to telling us where someone is going with their opinions and pronouncements. The claim to be coming from somewhere is usually a precursor to going somewhere else, getting somewhere or something. No one ends a sentence by saying where they are coming from. The declaration works teleologically: it says "let me tell you where I am coming from in order that I may pursue the goal I am about to articulate." So we are seldom invited to ponder very deeply where people are coming from when they tell us where they are coming from. This has something to do with the intuition that we really do not know much about it even as we assert that we do. The phrase is common but not at all clear.

If situatedness is not quite a familiar word, then its aura of approximate signification is surely apparent. It has to do with being in the world, in place and time, in a way that is at once unignorable but also a bit provisional. The situations that give rise to one's situatedness can be counted asoutside forces that influence subjectivity and one's view of subjectivity, elements of what is otherwise called determination, ideology, environment, history, discourse, and so on. But they are also open to the sorts of responses or reactions that can change one condition into another, act back on the world in the way that has sometimes and traditionally been described as a gesture of freedom or agency. Situations, and the dwelling in situations that is situatedness, then denote a measure of the unstable and indecisive, in descriptive and philosophical terms, at the same time as they signal a measure of comfort and manageability. They are given to us but also open to amendment; we occupy a situation but can move on or imagine moving on to others. The term situation appealed to Jean-Paul Sartre in just this way, as something between the doggedly empirical, about which very little can be said, and the general or social-historical, about which too much had been said.

I will take up Sartre later in some detail. For now I want to register situatedness as a slippery term, whose slipperiness I hope to expound. I take it to designate an instability or obscurity in the language describing our way of being in the world. It is meant to preserve rather than to resolve the tension we experience between being in control and out of control, between seeing ourselves as agents of change and as passive receivers of what is already in place. This imprecise and somewhat ungainly word situatedness, almost but not quite familiar, can be read as the designation of an antinomy or aporia. In other words I want to question the integrity of the solutions that arguments from situatedness have claimed to provide to problems in epistemology, jurisprudence, social science, and other spheres in which people have set out to prove or deduce the nature of their relation to the world. For reasons that will become clear enough I have no privileged vocabulary to put in its place, so that I write propaedeutically, to clear the ground, hoping that we might be at the point where other rhetorics might be almost visible and sustainable by other dispositions of forces than those traditional to the definitive triad of capitalism, individualism, and liberal democracy, which is not to predict imminent escape from or clean passage beyond those terms, as if in pure revolution, although it is to ponder intimations of alternatives and critical rearrangements. Moreover I have no wish to discredit many of the policies that arguments from situatedness have been used to legitimate. The idea that we are significantly made by impersonal circumstances and not by free will has been crucial to the justification of the interventionist programs that I fully believe in and would indeed wish to see expanded.

Similarly, the compensatory notion that we can indeed do something about our place in the world is not to be lightly disregarded. But the strains and stresses that are becoming increasingly apparent in the use of arguments from situatedness suggest that the model may be on the point of falling apart, imploding into its own aporetic logic. If this should happen then the policies that have been explained by way of those same arguments will become vulnerable to attack and perhaps displacement for lack of a better way to formulate them. The radical Right has long been waiting in the wings and has not infrequently occupied center stage with its simplifying notions of moral choice and simple identity as alternatives to the dream of a benevolently administered society. I will argue that the rhetoric of situatedness holds together these antagonists in a persistent dialectic wherein the hyperbolic statement of one enables the reentry of the other. I see signs that this unholy but very intimate alliance is undergoing some strain, and that it may be time to anticipate other ways of making and explaining decisions that have significant consequences.

So it is very much to the point that the word situatedness is not to be found in the second edition of the Oxford English Dictionary, which was first published in 1989 and reprinted with corrections in 1991. The word is just about recognizable without yet being exclusively (if still always provisionally) defined. The OED does give situate, situated, and situation, in both first and second editions. And the various senses there listed are significant in their differences. A situation can refer to a permanent location of a place or thing, in itself or in relation to its surroundings, as in the situation for siting) of a city or a building; but it can also describe a place where some thing or person "happens to be for the time," impermanently, or a "position in life" held by a person "in relation to others" or "with regard to circumstances." This is the sense in which we look hopefully to the newspaper for "situations vacant" and in which we think of improving our situations. This same application of the word has taken on a pejorative spin in the black English of South African townships, which according to the dictionary uses (from 1963) situation to denote "an educated or professional black person, esp. one considered to be a social climber." A tension or difference of emphasis between the permanent and the provisional is built into the uses and definitions of situation and situated. The same tension and the same difference is apparent in situatedness.

But familiarization may be imminent, not least because of our fondness for the word situation itself. Kenneth Wilson's The Columbia Guide to Standard American English notes just this fondness: "We have built this generally useful word into a number of cliché phrases, such as a conflict situation ... or a no-win situation ... and we also find it an easy-to-use, nonspecific, all-purpose word ... as a result, we now overwork situation." Wilson also lists the linguistic definition of situation utterances, dating from 1952. The OED second edition also includes a new crop of compounds coming into use since the first edition: situation comedy, situation report, and situation(s) room (in military use), and Situationist International. This last, a revolutionary movement founded in Paris in 1957 by Guy Debord and others, took up precisely the activist, opportunist sense of the word situation, so dear to Sartre, in calling for an alternative to the passive consumption of the spectacle by way of "the construction of situations, that is to say, the concrete construction of momentary ambiances of life and their transformation into a superior passional quality." A much more domesticated alternative appeared in the anglophone situation ethics, which emphasized a pragmatist openness to revising one's attitudes and practices in the face of new experiences. More recently, in 1983, Jon Barwise and John Perry initiated a project in situation semantics as a prototype for a more general situation theory bringing mathematical, philosophical, and linguistic methods into mutual relation, one governed by the view that "finds meaning located in the interaction of living things and their environment." They declared that "reality consists of situations—individuals having properties and standing in relations at various spatiotemporal locations" (p. 7). Since then, the province of situation theory has come to include information modeling and artificial intelligence research along with linguistics and mathematicallogic. In the words of one writer, "in situation theory an organism's way of understanding the world is modeled by a scheme of individuation" inducing "a classification of different parts of the environment, called situations." The analysis includes a "scheme of individuation" and a "collection of constraints" as well as the invocation of a "perspective" (pp. 148, 151). It seems to describe, in other words, albeit in very technical language, the same pattern of predictable and unpredictable opportunities for being in the world that Sartre and others intend to describe in using the same term. It offers an apparently describable and manageable segment of experience to make up for the ungraspable complexity of the whole: "Situations are contrasted with worlds; a world determines the answer to every issue.... A situation corresponds to the limited parts of reality we in fact perceive, reason about, and live in."

Situation was one of the keywords of eighteenth-century literary and philosophical diction in both English and French, from whence it made its way into German. Indeed, the word appears somewhat obsessively in late-eighteenth-century writings (novels for instance) describing the place of persons in the world. And it is a word concerned above all and originally with the specification of place. According to Edward Casey's important book The Fate of Place, this preoccupation has not been typical of the more technically philosophical self-projections of modernity, so that its emergence from latency in the common language to rhetorical prominence in contemporary philosophy may be taken to indicate an important shift of emphasis. According to Casey we have long been governed by "site-specific models of space stemming from the early modern era" and effecting a reduction of place to simple coordinates of space and time; at last, in the postmodern moment, "space is being reassimilated into place," with its local and particular profile now emphasized. In this narrative, Aristotle maintained a sense that "where something is constitutes a basic metaphysical category" (p. 50). This understanding was steadily eroded as place was reduced to point, situs to position, in a mathematicization of experience: points have position but no place, just as souls and minds aim to have no body. The corresponding category is that of space, unlimited and open-ended, with no relation to boundary or location (p. 77). By the end of the eighteenth century place "vanished altogether from serious philosophical discourse in physics and philosophy" (p. 133); it has become "a reduced residuum with no inherent ability to alter the course of things in the naturalworld" (p. 141). To situate something is to give it simple location as a point in space and time. Leibniz's "situation," for example, "does not really situate; it merely positions in a nexus of relations" (p. 183). The refiguring of this constraint occupies much of twentieth-century philosophy through Heidegger and Merleau-Ponty and into the postmodern. Place is brought back to life as an unignorable condition of being, albeit never as "simple presence" (p. 337) but always in its "stubborn, indeed its rebarbative, particularity" (p. 338).

Casey's book makes a learned and comprehensive argument for the disappearance and reappearance of place. It thus offers a crucial context for any effort (such as mine in this volume) at plotting the history and function of our current fondness for situating ourselves. But the story Casey tells about the history of philosophy does not work or work in the sameway for other language registers. The novel, for example, as we will see, shows in the late eighteenth century a huge commitment to specifying situations as local, embedded predicaments that are by no means reducible to punctilious definition; but at the same time it can be argued that the pressure of the philosophical vocabulary, especially on the Jacobin novel, does contribute to a high level of confidence that the situations of characters can be accurately specified, almost as if they were simple space-time locations. The term, in other words, is definitively labile and unstable, and goes in different directions. In our late-twentieth-century vocabularies an affinity for situations has become very apparent in the social sciences and of course in the humanities. In these fields there has been a visible emphasis on solving, or seeming to solve, residual problems in the epistemology of subject-object relations by the invocation of an in-place and in-time practical attitude to living in the world, something that can be assumed or defined by ostension. This is the language of "let me situate myself / my argument" and "let me tell you where I am coming from." It commonly comes with an embrace of the rhetoric of action, of change, of political progress. Donna Haraway's influential essay "Situated Knowledges" is in this sense a classic of its kind. Here, situated knowledge is a knowing that is at once contingent and objectively real, in that it can be "partially shared" (p. 187). Being located or "situated" in the world allows us as much access to objectivity as is needed for changing the world and keeps us at a distance from the temptation to subscribe to outright relativism. At the same time it confesses and apprehends its own partiality; indeed, only "partial perspective promises objective vision" (p. 190). In this "embodied objectivity" (p. 194) Haraway finds prospects of "rational conversations and fantastic imaginings that change history" (p. 193). She gives us permission to see ourselves, once again, as agents and progressives.

Here the invocation of the term situation has become methodologically affirmative, a way of preserving or reinventing a function for agency, for human effort, in the face of all the familiar forces—the state, ideology, the sex-gender system, the economy—that have seemed to threaten such agency with extinction. And it is, I think, typically the intellectuals on the Left who find it helpful or obligatory to keep on situating themselves and appealing to situatedness. There is a longstanding pressure at work here. Sometime after the French Revolution the rhetoric of place and patriotism, locality and belongingness, was taken over by the conservatives. Edmund Burke was the most important figure in this capturing of in-placeness conditions for the political Right. He quite brilliantly identified a static or slowly evolving rural England as the last best hope against rootless cosmopolitanism and detraditionalizing radical republicanism; only the true-born Englishman was adequately situated, leaving the opposition looking for a home. And to this day one is unlikely to hear many if any of the denizens of the conservative think tanks appealing to their situatedness. The pathos of the Left is that it is committed at once to a celebration of the liberating functions of theory, of universalization, and of freedom from origins and disabling traditions—all the things we call Enlightenment values—while at the same time suspecting the unwholesome applications of these same values and gesturing toward a locatedness that prevents them from becoming sublimely impersonal and destructive. In short, an unstable situation.

Explaining every detail in the long historical origins of the rhetoric of situatedness is not my aim in this book, although I will attend to some of the most important developments. But for the modern left-thinking intellectual it is safe to speculate that the influence and example of Habermas has been paramount, to the point that history before Habermas (in Sartre, in Jaspers, and elsewhere) risks being forgotten or undiscovered. It is Habermas who takes up the usefulness of the situation as something tending toward closurewhile always remaining open, as a term that can mediate between the equally indefensible extremes of reification and formlessness, thus offering a bewildered left-thinker the opportunity to imagine agency without culpability. Habermas's theory of "communicative action" is founded on a "cooperative negotiation of situation definitions" in such a way that all participants are deemed "capable of mutual criticism." The inherited "lifeworld" provides a repository of previously agreed on situations so that we do not have to begin in some sort of primal confrontation (p. 70), but within this nexus of the inherited and the new everything is negotiable. Individual needs and desires are thus bound to encounter and come to terms with what is in place and up for inspection, so that persons must "harmonize their plans of action on the basis of common situation definitions" (p. 286). The process is interactive and democratic, task-oriented and tending to consensus, so that its very exercise contributes to the social norming process on whose previous results it also depends.

There is much to say about Habermas, and much to suspect in his status as fashionable authority figure; at the very least one must ponder the degree to which this conversational model premises its democratic credentials on equal access to speech and equal ability to speak when one has access. Here I shall only record the qualifications that Habermas himself records, which are so often omitted by those who make use of his positions. Although it is true that "the very situation that gives rise to the problem of understanding meaning can also be regarded as the key to its solution" (p. 120)—so that there is an appealing air of problem solving at work here— it is also clear that the ideal communicative interaction event is either trivial or utopian. In other words it works best when it is least noticed, in routine exchanges where nothing much is at stake, or it shows up as most necessary when it fails, when consensual situations are not successfully negotiated and differences remain unmodified. And Habermas says that the more "decentered" and detraditionalized the world becomes, the more stress is attached to communicative action, because there is less that is given and more to be negotiated (p. 70). Even in ordinary interactions he does not assume a resultant stability, but rather a "diffuse, fragile, continuously revised and only momentarily successful communication in which participants rely on problematic and unclarified presuppositions and feel their way from one occasional commonality to the next" (pp. 100-1. Again, "under the microscope every understanding proves to be occasional and fragile" (p. 130).

This said, then the stability of outcomes must seem to depend on a belief in some psychological motivation toward the creation of stability, a compulsion to normalize of the sort that Adam Smith long ago proposed in his Theory of Moral Sentiments. And the analysis of what really is the case, under the microscope, looks very much like that of a number of other popular cases in the world we know: flexible employment patterns, short-term contracts, temporary emotional alliances, gender identities, and so forth. But it could be that human nature can in fact put up with this fragility and uncertainty when it is persuaded, economically and ideologically, to do so; and that it can even be made to celebrate it, as it does in various contemporary theories about various things. Hence the appetite for invoking and referring to "situated action," as Jerome Bruner calls it (Acts of Meaning, p. 19), tends either to obscure the fragility of the situation (as qualified by Habermas) by sheer terminological assertiveness, the way in which it can so readily be named, or to propose it in a tone of pragmatist bluster as the way the world really is, and oneself in it.

So it is a positive message we get from Haraway's situated knowledge, one that is very appealing on moral and practical grounds. But it resolves rather too neatly the muddle and indecisiveness I want to preserve in my use of the related term, situatedness—the term that is not yet in the dictionary. Situatedness, as I see it, does not give rise to a method. Nor does it yet deserve, if it ever can deserve, invocation in a litany of approved vocabularies, as if to pronounce someone or something as "situated" is somehow to answer the questions one might have or to resolve the uncertainties one might experience. We are all under various pressures to produce solutions, to direct or defend social policies, to offer "outcomes" with actual or imagined empirical consequences, and ultimately to authenticate ourselves. The pressure is both external and self-imposed. It is not to be denied (for who does not want to be thought of as making a difference?) but it is to be monitored at those points where we find ourselves too hasty in proposing solutions. Take the following claim by the editors of a book of essays appealingly titled Situated Lives: "We view our own knowledge as critical feminist ethnographers as partial and situated, and, in analyzing women's and men's lives, we view our subjects as positioned actors who forge 'situated knowledges' in order to act within their material circumstances." The implication here is that the declaration of one's own situatedness gives permission for an account of the actions and agency of others, and sets acceptable limits on the claims made for this account. But the "situated" lives of others seem to acquire an objective status, open to inspection. It is not clear what is being claimed or by whom. To position someone seems to be to pin them down, even when their position might be temporary or unrepresentative. The declaration of one's situatedness is often an admission of one's limits rather than a claim to authority. But its language of easeful (even when stressful) exculpation can then itself become a covert affirmation whereby the subject secures itself precisely in confessing its insecurity. Here is Dominick LaCapra, describing the difficulties of deciding who gets to talk about the Holocaust: "Certain statements or even entire orientations may seem appropriate for someone in a given subject-position but not in others. (It would, for example, be ridiculous if I tried to assume the voice of Elie Wiesel or Saul Friedlander. There is a sense in which I have no right to these voices ... Thus, while any historian must be "invested" in a distinctive way ...) ... not all statements, rhetorics or orient are equally available to different historians." Being situated, then, places limits on what one can say, or on one's credibility in making certain statements. LaCapra is understandably sensitive here to what is surely one of the most morally fraught inquiries open to the historian. But what does it mean to say what he does say, that some things cannot be said by him? And to imply that what is said by him is credible as long as it does not replicate or imitate what others, such as Friendlander and Wiesel, are saying? The confession of situatedness seems to be at once denying LaCapra some kinds of authority but permitting him other kinds — those not said by Friedlander and Wiesel. What kinds of statement are preempted by the admission of not being a Holocaust survivor, and what other kinds are permitted? And why? Why does a moral discrimination ("I have no right") transform itself into an epistemological one ("one ... equally available")? Why are so many of us willing to agree with this type of statement?

(Continues...)




Costas Zannis
Local time: 08:36
Native speaker of: Native in GreekGreek
PRO pts in category: 8

Peer comments on this answer (and responses from the answerer)
agree  Andras Mohay: Παραπάνω, βέβαια, σημαίνει "situationality", όπως σωστά επισημαίνει ο Νίκος. Βλ. την ίδια ακολουθία: acceptability, informativity, ***situationality*** and intertextuality. ...
18 mins
Login to enter a peer comment (or grade)

35 mins   confidence: Answerer confidence 1/5Answerer confidence 1/5 peer agreement (net): +2
'situatedness'
'κειμενότητα'


Explanation:
Δεν έχω ιδέα τι είναι αυτό, δεν ξέρω αν θέλω να μάθω (ή αν προλαβαίνω σ' αυτή τη ζωή), αλλά απλώς καταθέτω την ιδέα ότι, αφού "situated" είναι "κείμενος", η λογική της γλώσσας θα με οδηγούσε στην "κειμενότητα". Δεν σημαίνει τίποτα αν δεν το εξηγήσεις, όπως άλλωστε και το situatedness, ένας όρος είναι με γλωσσική αντιστοιχία. Και δεν ξέρω αν αξίζει να τυραννιόμαστε να βρούμε όρο που να εξηγεί.
Το "εγκατάσταση" δεν μ' αρέσει γιατί δηλώνει κατάσταση.
Το "κειμενότητα" μ' αρέσει γιατί δεν υπάρχει με άλλες σημασίες και παραπέμπει και λίγο στα συγκείμενα.
Βεβαίως, δηλώνω ότι δεν ξέρω αν έχει ήδη περάσει πιο επιτυχημένος όρος στην ελληνική βιβλιογραφία.

--------------------------------------------------
Note added at 36 mins (2005-08-31 12:21:19 GMT)
--------------------------------------------------

Διόρθωση: Το "εγκατάσταση" δεν μ' αρέσει επειδή δηλώνει ΠΡΑΞΗ, όχι ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ.

--------------------------------------------------
Note added at 41 mins (2005-08-31 12:26:26 GMT)
--------------------------------------------------

Και επειδή κάπου βρήκα αυτό τον ορισμό:
Situatedness is the context that provides the multiple perspectives needed for understanding that permits all voices to be heard in good faith.
το "κειμενότητα" αρχίζει να μ' αρέσει όλο και περισσότερο.

--------------------------------------------------
Note added at 53 mins (2005-08-31 12:37:58 GMT)
--------------------------------------------------

Η "καταστασιακότητα" που κομίζει ο Αντράς διαβάζω εδώ ότι ορίζεται ως εξής:
Βλ. Γ. Μπαµπινιώτης, Γλωσσολογία και Λογοτεχνία, Β` έκδοση, σελ.250-251, Εκδόσεις ∆. Μαυροµάτη, Αθήνα 1991, όπου ως καταστασιακότητα ορίζεται η σχέση ενός όρου ή ενός κειµένου µε το εξωγλωσσικό του περιβάλλον, δηλαδή µε καταστάσεις, συνθήκες, χωροχρονικές σχέσεις, πρόσωπα, πράγµατα, γεγονότα που φωτίζουν την κατανόηση των λεγοµένων και εξασφαλίζουν τη συνεκτικότητα του κειµένου.
Και όπως θα είδες υπάρχει και σε άλλες τρεις μεριές. Οπότε αν αυτή είναι η σημασία του "situatedness", ξεμπέρδεψες. (Μα τι λέξεις είναι αυτές;)
(Ο Αντράς θα επιστρέψει από αύριο;)

--------------------------------------------------
Note added at 58 mins (2005-08-31 12:43:13 GMT)
--------------------------------------------------

Ακυρο: Με βάση τη γλωσσική αντιστοιχία, το "καταστασιακότητα" είναι φυσικά το situationality.

--------------------------------------------------
Note added at 2 hrs 15 mins (2005-08-31 14:00:04 GMT)
--------------------------------------------------

Τα 'situated' βρήκα να μεταφράζονται: εντός πλαισίου, πλαισιοθετημένη (που μας πάει στο πλαισιοθέτηση).

--------------------------------------------------
Note added at 2 hrs 21 mins (2005-08-31 14:05:29 GMT)
--------------------------------------------------

Υπάρχουν κι αρκετά "εγκατεστημένη γνώση" αλλά μετά θα μπερδευόμαστε με το established knowledge (και για το "εγκατάσταση" είπα την άποψή μου).
Εδώ http://www.media.uoa.gr/sas/issues/10_issue/mpoumpar.html μιλάει για "κείμενη γνώση".

--------------------------------------------------
Note added at 2 hrs 31 mins (2005-08-31 14:16:24 GMT)
--------------------------------------------------

Επειδή έχουμε και πλαισιοθετημένη μάθηση (όπου δεν μ' αρέσει το εγκατεστημένη μάθηση για το situated learning), καταλήγω στην πρόταση "πλαισιοθέτηση (situatedness)" για να κάνεις τη δουλειά σου, και ας μαλώνουν οι γνωσιολόγοι σε ποιον όρο θα καταλήξουν. Και νομίζω ότι είναι και ωραίος, εκφραστικός όρος.

--------------------------------------------------
Note added at 4 hrs 5 mins (2005-08-31 15:49:46 GMT)
--------------------------------------------------

Αυτός εδώ http://www.primedu.uoa.gr/sciedu/EDIFEWEB/journal/arthra/per... την έχει "εγκατεστημένη στο πλαίσιο", οπότε πάμε πάλι στο πλαισιοθετημένη.

--------------------------------------------------
Note added at 10 hrs 9 mins (2005-08-31 21:54:10 GMT)
--------------------------------------------------

Κάνω διαλείμματα στη δουλειά και επανέρχομαι σε τούτο εδώ γιατί καταφέρατε να μου κινήσετε το ενδιαφέρον. Να ευχαριστήσω τον Αντράς για την υπερκείμενη και υποκείμενη υποστήριξη. Να δηλώσω ότι με ιντριγκάρει το situatedness ως ένας δύσκολος όρος και όχι μόνο για να βολευτεί η μία και μοναδική αναφορά στο κείμενο της Κ. Γι’ αυτό δεν ασπάζομαι την άποψη της Βίκης για μια απλή «τοποθέτηση» (που μπορεί ίσως να εξυπηρετεί προσωρινά ένα κείμενο, αλλά δεν εξυπηρετεί την ανάγκη για έναν αποκλειστικό, κατά προτίμηση μονολεκτικό και, ει δυνατόν, αντιστρέψιμο όρο).

Δυο όμορφες αναφορές:
…sought to clarify the phenomenological roots of the currently popular concept of "situatedness". "Situated" is the English translation of the German term "befindlich", which has the rich double meaning of both the situational circumstances of action and the emotional disposition of how you feel in them. However, in the current more narrow revival of the (English) concept, the emotional heart of the phenomenological definition has been lost.

The concept of situatedness has since the mid-1980s been used extensively in the cognitive science and AI literature, in terms such as ‘Situated Action’ (Suchman, 1987), ‘Situated Learning’ (e.g. Lave, 1991), ‘Situated AI’ (e.g. Husbands et al., 1993), ‘Situated Robotics’ (e.g. Hallam and Malcolm, 1994), ‘Situated Activity’ (e.g. Hendriks-Jansen, 1996), ‘Situated Cognition’ (Clancey, 1997, Clark, 1999) and ‘Situated Translation’ (Risku, 2002).

Για το ελληνικό:
Κάποια «εντός πλαισίου μάθηση», «εντός πλαισίου γνώση» ή «ενταγµένες σε πλαίσιο για τη γνώση και την µάθηση» ή «που συνδέεται µε συγκεκριµένα πλαίσια (situated learning)» είναι φλύαρες προσωρινές διατυπώσεις που δεν μας δίνουν ουσιαστικά.

Το «κείμενη» (όπως π.χ. «κείμενη» νομοθεσία) μου αρέσει, αλλά και αλλού παραπέμπει, και δεν έχει σχέση με κατάσταση και το «κειμενότητα» δε λέει.

Έτσι, απευθυνόμενος στον κοινό προβληματισμό:
Ή το πλαισιοθετημένη – πλαισιοθέτηση.
Ή, αφού το «εγκατεστημένη» φαίνεται να έχει τους περισσότερους οπαδούς (στο διαδίκτυο, τουλάχιστον), να υποταχθούμε στο παραγωγικό σχήμα situation – situated – situatedness και στο:
κατάσταση – εγκατεστημένος – εγκατάσταση (όπως στο γλωσσάρι που αναφέρει η Κ.) ή «το εγκατεστημένο» (όπερ και προτιμώ).
Π.χ.
contextualization and 'situatedness': συγκειμενοποίηση και εγκατάσταση (είναι κάτι σαν «εγκατάσταση στο γνωσιακό» εδώ, ένα βήμα πριν την ενσωμάτωση μήπως;)
social situatedness: το κοινωνικό εγκατεστημένο

Βλέπετε, από το situated οι αγγλόφωνες δεν μπορούν να φτιάξουν ουσιαστικό σε –ization, οπότε μου έχει μείνει η απορία αν τούτο το –ness περιγράφει κυρίως κατάσταση (το φυσιολογικό) ή πράξη.

Αν έπρεπε να μεταφράσω ένα βιβλίο με πολλά situated/ness, θα μπορούσα να διατυπώσω μια πιο υπεύθυνη άποψη. Να κάτσω να διαβάσω όλες τις αναφορές στο διαδίκτυο, δεν το θεωρώ πιθανό.


--------------------------------------------------
Note added at 11 hrs 7 mins (2005-08-31 22:52:05 GMT)
--------------------------------------------------

Δεν ξέρω αν το ‘as suggested above’ είναι το κομμάτι που παραθέτεις ή κάτι άλλο για να έχω τη σωστή σύνδεση. Τα εισαγωγικά φαίνονται στο παράθεμα, αλλά έτσι κι αλλιώς πρέπει να ξεκινήσουμε από μια «επίσημη» γενικότερη απόδοση του όρου πριν καταλήξουμε σε ανεπίσημη και ειδική. Κάποια στιγμή μού πέρασε από το μυαλό το «εγ-κατάσταση» αλλά ήταν αυθαίρετο. Τα περί πλαισίων μού τα ενέπνευσαν οι διαδικτυοσελίδες και η αναζήτηση ξεχωριστού όρου. Καλύτερα να βαδίσεις την έστω και ελάχιστα πεπατημένη και, στη μία αναφορά που έχεις, αφού οπωσδήποτε θα δώσεις και το (‘situatedness’), ίσως αρκεί ένα σκέτο «εγκατάσταση» – και αν καταλάβεις και το πού, ας πούμε, εγκατάσταση στο γνωσιακό. Αλλά χρειάζεται να δούμε και τα αμέσως προηγούμενα.

--------------------------------------------------
Note added at 12 hrs 22 mins (2005-09-01 00:06:37 GMT)
--------------------------------------------------

Και αφού είδαμε και τα προηγούμενα:
Πρόσεξε τι λέει η πρόταση με το ‘situatedness’ και τι έχει προηγηθεί:
‘The act of αποδέξασθαι is … a constructive contribution to an evolving communicative reality.’
Θεωρώ δηλαδή ότι εδώ βρίσκεται η σημασία που δίνει ο Β. στο ‘situatedness’: στον εμπλουτισμό της επικοινωνιακής πραγματικότητας. Το βάζει δίπλα στη συγκειμενοποίηση. Να θεωρήσω ότι είναι ένα είδος ‘contextual situatedness’, εγκατάσταση στην ‘contextual cognition’; Οπότε ίσως μπορείς να το πεις «συγκειμενική εγκατάσταση». Θα το κρίνεις διαβάζοντας παρακάτω για να δεις πού το πάει.


--------------------------------------------------
Note added at 3 days 3 hrs 42 mins (2005-09-03 15:27:05 GMT)
--------------------------------------------------


****************************************************************
Επανέρχομαι στη γενικότερη απόδοση του ‘situatedness’.

Επιμένω ότι το «καταστασιακότητα» είναι απόδοση του situationality:
situationality: the relation between the text-event and the situation in which it occurs
situationality: Every semiotic element gains a meaning in a specific context and in a specific situation. Then it is important to determine what is said, by whom, to whom, when, why, where and how.
Ο ελληνικός ορισμός της καταστασιακότητας υπάρχει πιο πάνω («η σχέση ενός όρου ή ενός κειµένου µε το εξωγλωσσικό του περιβάλλον…»).
Η περιστασιακότητα είναι το circumstantiality, αλλά διαφωνώ με τη διατύπωση “circumstantiality: another word for situatedness”, την οποία κάνει μόνον ένας στις 36.000 σελίδες για το situatedness.
Έτσι, αν βολέψουν το κείμενο της Κ. οι όροι κατασταστιακότητα ή περιστασιακότητα δεν μπορεί να συναναφερθούν με το “situatedness”, εκτός αν είναι βέβαιο ότι ο Β. χρησιμοποιεί το situatedness με τη σημασία του situationality ή του circumstantiality.

Εμένα εξακολουθεί να με ενδιαφέρει η γενικότερη σημασία και ελληνική απόδοση του situatedness. Και αναταξινομώ τις σκέψεις μου.
Το πρόβλημα αρχίζει από το situation, που για τους Αγγλους σημαίνει *θέση*, τοποθέτηση, *κατάσταση*. Πριν φτάσουν στο situated, αρχίζουν από όλες αυτές τις σημασίες – από τη θέση του Χ στο περιβάλλον, στο περικείμενο. Αυτή η θέση του είναι και η κατάστασή του, ορίζει την κατάστασή του. Δεν είναι αυθύπαρκτο το Χ, αλλά διαμορφωμένο από τη θέση του. Άρα το situated σημαίνει ότι το Χ κείται, έχει μια θέση (situation), στο περιβάλλον, το περικείμενο, το οποίο το επηρεάζει και ορίζει τη νυν κατάστασή του (situation). Έχει μια ως εκ της θέσεώς του κατάσταση. Αυτή τη διπλή σημασία συνδυάζει η αγγλική λέξη.

Το ουσιαστικό situatedness δεν μπορεί να περιγράφει, κανονικά, ενέργεια. Περιγράφει κατάσταση, αντίληψη, π.χ. the situatedness of knowledge σημαίνει «το γεγονός ότι η γνώση καθορίζεται από το κοινωνικό περιβάλλον». Εδώ είναι και η διαφορά από το situationality: η situationality ορίζει τη σχέση του Χ με το περικείμενο. Το situatedness δίνει έμφαση στο ότι υπάρχει σχέση του Χ με το περικείμενο, στο ότι το Χ δεν είναι αυθύπαρκτο, στη «μη αυθυπαρξία» του (να μια ωραία ελεύθερη απόδοση).

Σε ελληνικές μελέτες φοιτητών και καθηγητών οι αποδόσεις του situated (αφού δεν μπορούμε να φτάσουμε στο situatedness αν δεν αποδώσουμε το situated) είναι οι παρακάτω:

ΚΑΤΙ ΜΕ «ΠΛΑΙΣΙΟ»
- Οι απόψεις που εστιάζουν στην κοινωνική και επηρεαζόµενη από το γενικό πλαίσιο φύση της γνώσης, και που καθιστούν την κατάσταση ένταξης προεξέχουσα στην ανάλυση της γνωστικής λειτουργίας, έχουν χαρακτηριστεί ως *«ενταγµένες σε πλαίσιο»* (situated).
- Η περιβαλλοντική εκπαίδευση προσφέρει στην εκπαίδευση στις φυσικές επιστήµες ένα εύρος προοπτικών για τη γνώση και την µάθηση *που συνδέεται µε συγκεκριµένα πλαίσια (situated learning)* και…
- Situated Knowledge: Η εντός πλαισίου γνώση
- Στο εισαγωγικό επίπεδο της διδασκαλίας αρχάριων σπουδαστών προτιμάται συνήθως μια πιο δομημένη και μη *πλαισιοθετημένη (situated)* προσέγγιση όπου η συνθετότητα διατηρείται σε ένα ελάχιστο επίπεδο.

ΚΑΤΙ ΣΕ «ΕΓΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΗ»
- situated training. εγκατεστημένη εκπαίδευση
- αντίληψη για την εγκατεστημένη γνώση (situated learning)
- η εγκατεστημένη (situated) προσέγγιση

ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΣΕ «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ»
- Η θεωρία της «εν καταστάσει δράσης» (situated action) η οποία ασχολείται με τις ανθρώπινες δραστηριότητες σε ξεχωριστές καταστάσεις ή με την αλληλεπίδραση των κοινωνικών δραστών με τις καθημερινές καταστάσεις και με τις αναπαραστάσεις αυτών των καταστάσεων. Οι καταστάσεις ενεργά οικοδομούνται από τους κοινωνικούς δράστες, αλλά την ίδια στιγμή οι δράστες το ίδιο «παθητικά» προσαρμόζονται σε αυτές τις καταστάσεις. Η άποψη αυτή δέχεται μια κάπως μικρότερη μονάδα ανάλυσης, η οποία βλέπει την μάθηση σαν μια διαδικασία εισόδου στην κοινωνία της πρακτικής και ορίζει αυτή ως «την δραστηριότητα του δρώντος-προσώπου σε μια συνθήκη». Ο Suchman (1987) χρησιμοποιεί το όρο αυτό για να αποδώσει την θεωρητική του προσέγγιση. Η δική του άποψη φαίνεται να είναι περισσότερο επικεντρωμένη στη επίδραση της κατάστασης και υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη δράση καθορίζεται από βαθιά παγιωμένες και ιδιαίτερες καταστάσεις και είναι πιθανόν να μην επηρεάζονται από προϋπάρχοντα σχέδια. Επίσης θεωρεί τους στόχους σαν κάτι που προκύπτει από τη εξήγηση της συγκεκριμένης κατάστασης από το δράστη.

Όπως λοιπόν οι ξένοι ξεντώνουν συχνά τη σημασία του situated, έτσι και οι αποδόσεις εδώ παίζουν ανάμεσα στη «θέση» και την «κατάσταση»: από τοποθετημένες, ενταγμένες σε ένα πλαίσιο (το περικείμενο) και πλαισιοθετημένες, σε εγκατεστημένες (εν-κατεστημένες) και «εν καταστάσει».

Θέλω ωστόσο να ξεφύγω από εξειδικευμένες χρήσεις, ερμηνείες και αποδόσεις του situated, όπως τα «εν καταστάσει» ή «εν ταις περιστάσεσι».
Νομίζω ότι το «εγκατεστημένη» μού θυμίζει πολύ το «κατεστημένη» και το «καθεστηκυία». Το «εγκατάσταση» με αποπροσανατολίζει σε μεταβατικές ενέργειες.
Αν ορίζω σωστά το situated (δηλ. «που έχει μια ως εκ της θέσεώς του κατάσταση») είναι πιο κοντά τα «εντός πλαισίου» (δηλαδή περικειμένου), άρα τείνω να προτιμήσω το *πλαισιοθετημένος* και την *πλαισιοθέτηση*, ελλείψει καλύτερης λέξης για το «πλαίσιο» και χωρίς να ενοχλούμαι (αντιθέτως) από το «θέση».

Αυτά για τη γενικής χρήσης απόδοση του situated/ness, χωρίς να με απασχολεί τι υπήρχε στο μυαλό του Β. όταν το χρησιμοποιούσε στη δεδομένη πρόταση.


--------------------------------------------------
Note added at 6 days (2005-09-06 13:51:01 GMT)
--------------------------------------------------

[Σχόλιο στο: Μια ερώτηση...]
Το situatedness δεν δείχνει το περιορισμένο π.χ. της γνώσης, αλλά το εξαρτημένο ή το διαμορφωμένο από το περιβάλλον. Χρησιμοποίησα το «περικείμενο» με την έννοια αυτού που κείται πέριξ, είτε είναι το ευρύτερο περιβάλλον ή κάτι ειδικότερο σε μια άλλη περίπτωση.
Επίσης δεν θα έμπλεκα το situated με υποκειμενικές και αντικειμενικές κρίσεις.
Η γνώση είναι situated επειδή δεν είναι αυθύπαρκτη αλλά διαμορφώνεται από το περιβάλλον. Δεν πρέπει δηλαδή (για να χρησιμοποιήσω και σχετικό όρο) να γίνεται “decontextualized”, να την αντιλαμβανόμαστε ως «αποσυγκειμενοποιημένη», ως ξέχωρη από το περικείμενο.
Την έννοια του περιβάλλοντος, ή του περικειμένου που λέω εγώ, την αποδίδουν με το «πλαίσιο». «Πλαισιοθετημένη» σημαίνει «τοποθετημένη μέσα σ’ ένα πλαίσιο», μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον της (και άρα διαμορφωμένη από αυτό).
Τα situated και situatedness περιγράφουν κατάσταση, όχι ενέργεια. Το «πλαισιοθέτηση» δηλαδή πρέπει να το δούμε σαν την κατάσταση του να είσαι πλαισιοθετημένος. Αν θα ήθελες να διατυπώσεις με αυτούς τους όρους μια μεταβατική κατάσταση, το να μπαίνεις σ’ ένα πλαίσιο, θα έλεγες “becoming situated”.
Π.χ. The US becomes 'situated'. It seems like the US has finally found a postmodern identity for itself.


Nick Lingris
Local time: 08:36
Works in field
Native speaker of: Native in GreekGreek
PRO pts in category: 182
Grading comment
Σας ευχαριστώ πολύ όλους. Νίκο, σ' ευχαριστώ και για την απόδοση και για τη συζήτηση.

Peer comments on this answer (and responses from the answerer)
neutral  Vicky Papaprodromou: Το είδα, αλλά γιατί καταλήγουμε συνεχώς σε περίεργες λέξεις; Το σκέτο 'τοποθέτηση' δεν μας καλύπτει; Το 'πλαισιο-' με παραπέμπει σε 'frame'.
28 mins
  -> Ενημέρωση: Τα δεδομένα έχουν αλλάξει και η πρότασή μου είναι πλαισιοθέτηση.

agree  Andras Mohay: Ακριβώς, είναι "situationality", αλλά αναρωτιέμαι μήπως ταιριάζει και εδώ. "Ενδοκαταστασιακότητα" με ξενίζει. "Πλαισίωση" είναι framing
28 mins
  -> Τι το 'θελα να ρίξω ιδέα; Αντε πάλι να ψάχνουμε...

agree  Nadia-Anastasia Fahmi: Εχμ... ναι... με βάρεσε... κατακούτελα... τ' ομολογώ, τα διάβασα όλα... μάλλον πάσχω από κάποια μορφή μαζοχισμού... αλλά, ήταν ενδιαφέρουσες οι αναλύσεις, όπως και η συζήτηση παραπάνω...
8 days
  -> Πες μου κι ότι διάβασες ολόκληρη τη σελίδα, να σου πω ότι πρέπει να σε βάρεσε ο ήλιος εκεί που ήσουν.
Login to enter a peer comment (or grade)




Return to KudoZ list


Changes made by editors
Aug 31, 2005 - Changes made by Maria Karra:
Term asked\'situatedness\' » situatedness


KudoZ™ translation help
The KudoZ network provides a framework for translators and others to assist each other with translations or explanations of terms and short phrases.



See also: