KudoZ home » Greek » Poetry & Literature

ασκομαντούρα

Greek translation: ασκομαντούρα

Advertisement

Login or register (free and only takes a few minutes) to participate in this question.

You will also have access to many other tools and opportunities designed for those who have language-related jobs
(or are passionate about them). Participation is free and the site has a strict confidentiality policy.
GLOSSARY ENTRY (DERIVED FROM QUESTION BELOW)
Greek term or phrase:ασκομαντούρα
Greek translation:ασκομαντούρα
Entered by: Valentini Mellas
Options:
- Contribute to this entry
- Include in personal glossary

19:24 Mar 10, 2004
Greek to Greek translations [PRO]
Art/Literary - Poetry & Literature
Greek term or phrase: ασκομαντούρα
"Τέτοια ώρα οι γυμνές κορφές... θα αντηχούσαν από τα βελάσματα, από τα λογιω λογιώ κουδούνια και από τα γαβγίσματα των τσομπανόσκυλων. Δεν αποκλείεται και από την *ασκομαντούρα* κάποιου φιλέρημου βοσκού."
Το κείμενο αναφέρεται στην Κρήτη. Η ερώτηση μου είναι η *ασκομαντούρα*
Krisztina Lelik
Greece
Local time: 08:17
bagpipe
Explanation:
Proteino to bagpipe giati tairiazei an kai i kataskevi tou en logo mousikou organou einai ligo diaforetiki :D

Αερόφωνα Μεμβρανόφωνα Χορδόφωνα

Δισκογραφία Κρητικών πνευστών μουσικών οργάνων

Λίγα λόγια για τα παραδοσιακά κρητικά πνευστά μουσικά όργανα.

Στον Πελοπίδα Σαριδάκη,
το Ζαριανό χαμπιολάτορα,
που πέθανε κατά τη διάρκεια
της σύνταξης του παρόντος άρθρου.

Κωνσταντουδάκης από την Ανώπολη Σφακίων -
Φώτο: Ελ. Βρουβάκης

Οι τρεις μεγάλες οικογένειες μουσικών οργάνων, τα κρουστά, τα πνευστά και τα έγχορδα, εμφανίζονται σε όλη την επιφάνεια της γης, όπου έζησαν ή ζουν άνθρωποι, σε μια απίστευτη ποικιλία από παραλλαγές, που οδηγούν όμως, στην κοινή βάση τους, σε ένα αξιοπρόσεκτο συμπέρασμα: όλοι οι αρχαίοι λαοί, από τις φυλές των σπηλαίων ως τα οργανωμένα βασίλεια, ακολούθησαν την ίδια πορεία για να αναπαραγάγουν τους ήχους της φύσης, εξυπηρετώντας σκοπούς μαγικούς ή πραχτικούς και αργότερα (ή μήπως πρωταρχικά;) αναζητώντας διέξοδο στην ανάγκη να εκφράσουν τους πόθους και τις αγωνίες τους -κι έτσι να τις διώξουν από μέσα τους και να λυτρωθούν απ’ αυτές.
Στην Κρήτη, που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, παρά την είσοδο των εγχόρδων (που συντελέστηκε προοδευτικά ώς τις αρχές του 20ού αιώνα, αν και δεν έχει μελετηθεί ακόμη σε ικανοποιητικό βαθμό), τα κρουστά και τα πνευστά μουσικά όργανα διατήρησαν το χαρακτήρα τους και τον καλλιτεχνικό και κοινωνικό τους ρόλο περίπου ως τα μέσα του 20ού αιώνα. Από τότε εκτοπίζονται με γρήγορους ρυθμούς, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού της κρητικής υπαίθρου, και σήμερα διατηρούνται απ’ αυτά μόνο ελάχιστα κατάλοιπα.
Ενώ το κρητικό κρουστό, το νταουλάκι, εντοπίζεται αποκλειστικά στο χώρο του νομού Λασηθίου (κι αυτό όμως έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί)[1], τα πνευστά γνώρισαν ευρύτατη χρήση σε όλες τις περιοχές του νησιού (πρόκειται μάλλον για παράλληλη γέννηση και όχι για διάδοση). Είναι τρία μουσικά όργανα, το χαμπιόλι, η μπαντούρα και η ασκομπαντούρα, χωρίς να συμπεριλάβουμε διάφορα ηχητικά αντικείμενα, όπως η νουνούρα [τρυπημένο καπάκι χοχλιού (κέλυφος σαλιγκαριού) σκεπασμένο με μεμβράνη][2] και η σφυρίχτρα[3], και η μπουκόλυρα (μίμηση του ήχου της λύρας με το στόμα).
Φυσικά τα όργανα αυτά, όπως και τα τοπικά έγχορδα, εντάσσονται στην οικογένεια των μουσικών οργάνων του ευρύτερου ελληνικού χώρου και ιδιαίτερα του νησιωτικού (αιγαιακού), με τις προεκτάσεις της στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της πάλαι βυζαντινής ανατολής.
Πρόκειται για ποιμενικά όργανα και στην εξάπλωσή τους συνέβαλαν καθοριστικά οι ατέλειωτες ώρες στη μοναξιά του βουνού: «Η μπαντούρα είναι η διασκέδαση του βοσκού, προ πάντων του στειρονόμου γή γιτσικονόμου, όντεν είναι το καλοκαίρι ξαπλωμένος κάτω στο σκιανιό και σκοτώνει την ώρα του σα σταλίσουν τα οζά του… το μπαμπιόλι βγάνει σκοπό γλυκιό και λυπητερό και το παίζουν οι βοσκοί κατά τα βραδιάσματα, ώρα που γη κι ουρανός γρινιάζουν»[4].

Νικολουδάκης Αλέκος
(Βούβες Κισσάμου)

Εξυπακούεται ότι όλοι οι μουσικοί που τα χρησιμοποίησαν ήταν ερασιτέχνες, αυτοδίδακτοι και εμπειρικοί, δηλαδή λαϊκοί μουσικοί, χωρίς θεωρητικές μουσικές γνώσεις, και ως επί το πλείστον τα κατασκεύαζαν μόνοι τους (το ίδιο ίσχυε και για τους λυράρηδες). Στην εξαφάνισή τους συνέτειναν αφενός η εξάπλωση της λύρας κατ’ αρχάς και αργότερα του μαντολίνου, που με τις τεχνικές τους δυνατότητες κέρδισαν και τελικά μονοπώλησαν το ενδιαφέρον του κτηνοτροφικού πληθυσμού της Κρήτης[5], και αφετέρου το πέρασμα -προοδευτικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1960- της κρητικής παραδοσιακής μουσικής στα χέρια των επαγγελματιών μουσικών [που, κάνοντάς την πολυπλοκότερη και εντυπωσιακότερη (αν και όχι πάντα ουσιαστικότερη), δεν ενδιαφέρθηκαν για πνευστά στα γλέντια τους] σε συνδυασμό με την αλλαγή στον τρόπο ζωής του Κρητικού βοσκού: το αυτοκίνητο επιτρέπει πλέον τη διαμονή στο χωριό, ενώ το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και τελικά η κασσέτα και το CD σχεδόν συρρίκνωσαν την ερασιτεχνική ενασχόληση με τη μουσική στο επίπεδο της ακρόασης.





Η μπαντούρα

Η λέξη χαμπιόλι στην Κρήτη σημαίνει γενικότερα τον αυλό. Έτσι, χρησιμοποιήθηκε για να προσδιορίσει δύο μουσικά όργανα το ένα ονομάζεται ειδικά χαμπιόλι (θ’ αναφερθούμε παρακάτω σ’ αυτό) και το άλλο είναι η μπαντούρα ή μαντούρα, πνευστό από λιανό καλάμι (κλειστό στη μία ακρη με τον κόμπο του και ανοιχτό από την άλλη), που ανήκει στην κατηγορία του κλαρινέττου διαθέτει επικρουστικό γλωσσίδι, φτιαγμένο με σχίσιμο στη μεριά της κλειστής άκρης με τη βοήθεια μαχαιριού, που μπαίνει ολόκληρο στο στόμα και παλλόμενο με το φύσημα παράγει τον ήχο, και «πέντε τρύπες καυτές, για να μολογά καλά»[6]. Το μέγεθός της συνήθως κυμαίνεται από 20 ώς 30 εκ., ενώ μερικές φορές φτιάχνεται με δύο κομμάτια καλάμι: το ένα έχει τις τρύπες για τα δάχτυλα και το άλλο, το μικρότερο, έχει το γλωσσίδι, πράγμα που δίνει την ευχέρεια στο μπαντουράρη να αντικαταστήσει μόνο το τμήμα αυτό αν καταστραφεί το γλωσσίδι του οργάνου[7]. Ο ήχος της είναι λεπτός, οξύτερος από του χαμπιολιού, γιατί το καλάμι είναι λεπτότερο. Οι δυνατότητές της περιορίζονται σε μερικές κοντυλιές (μουσικές φράσεις) και αυτοσχεδιασμούς[8].

Η λέξη λυρομπάντουρα και η φράση λύρες και μπαντούρες έφθασαν μέχρι τα τελευταία χρόνια να σημαίνουν τη μουσική γενικά. Μπαντούρες (ή χαμπιόλια, όπως συχνά τις ονόμαζαν) κατασκεύαζαν πρόχειρα τα παιδιά στα χωριά με το σουγιά τους και έπαιζαν απλές κοντυλιές χάριν παιδίας[9].

Δυο μπαντούρες μαζί, που η μια κρατεί το ίσο και η άλλη παίζει το σκοπό στα χείλη του ίδιου μπαντουράρη, συνιστούν τη τζιμπραγιά μπαντούρα (δίδυμη) ή διπλομπαντούρα. Συνήθως η μία από τις δύο μπαντούρες, αυτή που χρησιμεύει για ισοκράτημα, έχει μόνο μία τρύπα ο Ανωγειανάκης όμως αναφέρει τζιμπραγιά μπαντούρα με όλες τις τρύπες και στα δύο σκέλη από την περιοχή του Πρινέ Μυλοποτάμου ν. Ρεθύμνης τα τελευταία χρόνια του μεσοπολέμου σ’ αυτήν «έχουμε ένα απλό δυνάμωμα του ήχου: αντί μια έπαιζαν δυο μαντούρες μαζί τη μελωδία». Στο όργανο αυτό, «όταν, παρ’ όλη την προσοχή στην κατασκευή, οι δυο μαντούρες δε “μολογούσαν”, χρησιμοποιούσαν διάφορους τρόπους …για να συντονίσουν ηχητικά τις δυο μαντούρες: έξυναν μ’ ένα μαχαιράκι, δηλαδή ελέπτυναν περισσότερο το ένα από τα δυο γλωσσίδια ή στη μια από τις δυο μαντούρες έχωναν κάτω από το γλωσσίδι της μια λεπτή κλωστή ή τύλιγαν τρεις και τέσσερις φορές τη ρίζα του γλωσσιδιού με μια λεπτή κλωστή, που έδεναν μετά κόμπο (και οι δυο αυτοί τρόποι επηρέαζαν, όπως είναι φανερό, την παλμική κίνηση του γλωσσιδιού και συνεπώς το ύψος του ήχου). Άλλοτε πάλι άνοιγαν περισσότερο ή έκλειναν λίγο, με κερί, όποια από τις τρύπες δε συνταιριαζόταν ηχητικά με τη αντίστοιχη τρύπα στην άλλη μαντούρα κτλ.»[10].

Η ασκομπαντούρα.

Η τζιμπραγιά μπαντούρα αρμοσμένη σε ξύλινο θηκάρι και προσαρμοσμένη με κατάλληλο τρόπο σε δέρμα από αρνί ή ρίφι (κατσικάκι) μας δίνει στην Κρήτη την ασκομπαντούρα ή ασκομαντούρα και φλασκομπαντούρα, που είναι η γνωστή νησιώτικη τσαμπούνα και διαφέρει από τον άλλο τύπο ελληνικού άσκαυλου, τη γκάιντα[11].
«Η ασκομπαντούρα γίνεται από λιανό καλάμι διπλό. Το κάθε καλάμι έχει το καπάκι στον κόντυλο και μια σειρά τρύπες, όλες 5, όσα είναι και τα δάχτυλα της μιας χέρας. Τις τρύπες τις καίνε με αφτούμενο κάρβουνο για να γίνουν στρογγυλές. Τις δυο καλαμένιες μπαντούρες κάνουν να ταιριάζουν στη φωνή και τσοι βάνουν μέσα σ’ ένα ξύλο σκαλισμένο κούφιο σα σωλήνα από σφάκα γή ασφένταμο. Επειδής χαλούν τα καπάκια εύκολα, είναι χωριστά γινωμένα και ταιριάζουν ύστερα στο σωλήνα του καλαμιού πού ’χει τσοι τρύπες. …Η ασκομαντούρα βγάνει βοή πολλή και δίδει ζωή στους χορευτές, μα ταιριάζει σε γλέντι μεθυσιού και όχι σε γλέντι σοβαρό και ευγενικό. Για κείνο δεν την πολυμεταχειρίζονται στο χορό και στο τραγούδι καθόλου. Ο μπαντουράρης φράσει τες δύο πρώτες τρύπες της μπαντούρας με το πρώτο και δεύτερο δαχτύλι του δεξιού χεριού και τσοι άλλες τρεις προς τον πόρο τση μπαντούρας με τα τρία πρώτα δαχτύλια της ζερβής χέρας»[12].
Ο Ανωγειανάκης καταγράφει ασκομπαντούρα με 6 τρύπες και αυλακωτή βάση με τρεις αυλούς ο τρίτος αυλός, χωρίς τρύπες, χρησιμεύει για ισοκράτημα (Άγιοι Δέκα Ηρακλείου)[13].
Το δέρμα με το πιο κατάλληλο μέγεθος για την κατασκευή της, όπως λέει ο χαμπιολάτορας, ασκομπαντουριέρης και κατασκευαστής Μανώλης Φαραγκουλιτάκης ή Μπαξές από τα Βορίζια Ηρακλείου[14], είναι του ζώου («γ-ή αρνί γ-ή ρίφι, ό,τι νά ’ναι») που «θα βγει το κρέας του 7-8 κιλά κι εννιά κιλά να βγει, καλό είναι», ώστε να μπορεί ο παίχτης «ν’ αγκαλιάσει τ’ ασκί». Φυσικά το δέρμα αυτό δεν πρέπει να είναι σκισμένο στο λαιμό, όπως γίνεται όταν το ζώο σφάζεται για το κρέας του[15].
Η εξωτερική πλευρά του δέρματος είναι εσωτερική του οργάνου. «Τα πιο πολλά μαλλιά έχουνε κουρευτεί κι έχει μισό πόντο μαλλί από μέσα» (αν ξυρίσουν την τρίχα οι πόροι του δέρματος ανοίγουν με το παίξιμο και τ’ ασκί ξεθυμαίνει γρήγορα. Εξάλλου το κοντό μαλλί συγκρατεί το χνότο και το σάλιο, που μαζεύονται σιγά σιγά μέσα στο ασκί με το φύσημα, και τα εμποδίζουν να προχωρήσουν και να «ξεκουρντίσουν» τα γλωσσίδια μαλακώνοντάς τα με την υγρασία[16]).
Η κατασκευή γίνεται «ότι να ξεραθεί τ’ ασκί. Εγώ τση βάνω αλάτσι γιατί, όσο νά ’ναι, δέρματά ’ναι, και θέλει πολύ αλάτσι να τη μ-ψήνει (..). Έκειέ ’χω και κάτι κόλλα που είναι δερματόκολλα άμα χάνει αέρα, να του βάλομε λιγάκι ,ίσως να σταθεί.»
Ενώ τα μπαντουράκια είναι, φυσικά, από καλάμι, το στόμιο είναι κοκκάλινο. Εκεί «δε γ-κάνει να βάλεις καλάμι το καλάμι θα το κάμ’ αυτό ντελόγο τ’ αδόντι… και ξύλινο νά ’ναι θα το σπάσει. Αλλά τούτο ’δώ είναι αμετάβλητο»[17]. Το στόμιο λέγεται φουσκωτάρι (Λασήθι), μπούζουνας (Σητεία) κλπ[18].
Κατά το παίξιμο «πετάς τη γλώσσα και φράζεις το κόκκαλο ύστερα πάλι ξεφράζεις και μπαίνει αέρας στ’ ασκί σιγά σιγά, δώσ’ του δώσ’ του. Δε θέλει να πάρεις πολύ αέρα, γιατί κλειούνε τα χαμπιολάκια μέτρια».
«Τ’ ασκί είναι για να μη γ-κάνει διακοπή. Γιατ’ η μαντούρα, άμα λείπει τ’ ασκί, παίζει κι ετσά το ίδιο, αλλά κάνει διακοπές» (για ν’ αναπνεύσει ο παίχτης), «ενώ με τ’ ασκί δε γ-κάνει» (γιατί συγκρατεί τον αέρα στο εσωτερικό του, είναι δηλαδή αεροθάλαμος)[19].
Selected response from:

Valentini Mellas
Greece
Local time: 08:17
Grading comment
Ευχαριστώ για την ωραία και χρήσιμη ιστοσελίδα
4 KudoZ points were awarded for this answer

Advertisement


Summary of answers provided
5 +2bagpipe
Valentini Mellas
5Πνευστό Μουσικό Κρητικό Όργανο
Betty Revelioti


  

Answers


2 mins   confidence: Answerer confidence 5/5 peer agreement (net): +2
ασκομαντούρα
bagpipe


Explanation:
Proteino to bagpipe giati tairiazei an kai i kataskevi tou en logo mousikou organou einai ligo diaforetiki :D

Αερόφωνα Μεμβρανόφωνα Χορδόφωνα

Δισκογραφία Κρητικών πνευστών μουσικών οργάνων

Λίγα λόγια για τα παραδοσιακά κρητικά πνευστά μουσικά όργανα.

Στον Πελοπίδα Σαριδάκη,
το Ζαριανό χαμπιολάτορα,
που πέθανε κατά τη διάρκεια
της σύνταξης του παρόντος άρθρου.

Κωνσταντουδάκης από την Ανώπολη Σφακίων -
Φώτο: Ελ. Βρουβάκης

Οι τρεις μεγάλες οικογένειες μουσικών οργάνων, τα κρουστά, τα πνευστά και τα έγχορδα, εμφανίζονται σε όλη την επιφάνεια της γης, όπου έζησαν ή ζουν άνθρωποι, σε μια απίστευτη ποικιλία από παραλλαγές, που οδηγούν όμως, στην κοινή βάση τους, σε ένα αξιοπρόσεκτο συμπέρασμα: όλοι οι αρχαίοι λαοί, από τις φυλές των σπηλαίων ως τα οργανωμένα βασίλεια, ακολούθησαν την ίδια πορεία για να αναπαραγάγουν τους ήχους της φύσης, εξυπηρετώντας σκοπούς μαγικούς ή πραχτικούς και αργότερα (ή μήπως πρωταρχικά;) αναζητώντας διέξοδο στην ανάγκη να εκφράσουν τους πόθους και τις αγωνίες τους -κι έτσι να τις διώξουν από μέσα τους και να λυτρωθούν απ’ αυτές.
Στην Κρήτη, που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, παρά την είσοδο των εγχόρδων (που συντελέστηκε προοδευτικά ώς τις αρχές του 20ού αιώνα, αν και δεν έχει μελετηθεί ακόμη σε ικανοποιητικό βαθμό), τα κρουστά και τα πνευστά μουσικά όργανα διατήρησαν το χαρακτήρα τους και τον καλλιτεχνικό και κοινωνικό τους ρόλο περίπου ως τα μέσα του 20ού αιώνα. Από τότε εκτοπίζονται με γρήγορους ρυθμούς, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού της κρητικής υπαίθρου, και σήμερα διατηρούνται απ’ αυτά μόνο ελάχιστα κατάλοιπα.
Ενώ το κρητικό κρουστό, το νταουλάκι, εντοπίζεται αποκλειστικά στο χώρο του νομού Λασηθίου (κι αυτό όμως έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί)[1], τα πνευστά γνώρισαν ευρύτατη χρήση σε όλες τις περιοχές του νησιού (πρόκειται μάλλον για παράλληλη γέννηση και όχι για διάδοση). Είναι τρία μουσικά όργανα, το χαμπιόλι, η μπαντούρα και η ασκομπαντούρα, χωρίς να συμπεριλάβουμε διάφορα ηχητικά αντικείμενα, όπως η νουνούρα [τρυπημένο καπάκι χοχλιού (κέλυφος σαλιγκαριού) σκεπασμένο με μεμβράνη][2] και η σφυρίχτρα[3], και η μπουκόλυρα (μίμηση του ήχου της λύρας με το στόμα).
Φυσικά τα όργανα αυτά, όπως και τα τοπικά έγχορδα, εντάσσονται στην οικογένεια των μουσικών οργάνων του ευρύτερου ελληνικού χώρου και ιδιαίτερα του νησιωτικού (αιγαιακού), με τις προεκτάσεις της στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της πάλαι βυζαντινής ανατολής.
Πρόκειται για ποιμενικά όργανα και στην εξάπλωσή τους συνέβαλαν καθοριστικά οι ατέλειωτες ώρες στη μοναξιά του βουνού: «Η μπαντούρα είναι η διασκέδαση του βοσκού, προ πάντων του στειρονόμου γή γιτσικονόμου, όντεν είναι το καλοκαίρι ξαπλωμένος κάτω στο σκιανιό και σκοτώνει την ώρα του σα σταλίσουν τα οζά του… το μπαμπιόλι βγάνει σκοπό γλυκιό και λυπητερό και το παίζουν οι βοσκοί κατά τα βραδιάσματα, ώρα που γη κι ουρανός γρινιάζουν»[4].

Νικολουδάκης Αλέκος
(Βούβες Κισσάμου)

Εξυπακούεται ότι όλοι οι μουσικοί που τα χρησιμοποίησαν ήταν ερασιτέχνες, αυτοδίδακτοι και εμπειρικοί, δηλαδή λαϊκοί μουσικοί, χωρίς θεωρητικές μουσικές γνώσεις, και ως επί το πλείστον τα κατασκεύαζαν μόνοι τους (το ίδιο ίσχυε και για τους λυράρηδες). Στην εξαφάνισή τους συνέτειναν αφενός η εξάπλωση της λύρας κατ’ αρχάς και αργότερα του μαντολίνου, που με τις τεχνικές τους δυνατότητες κέρδισαν και τελικά μονοπώλησαν το ενδιαφέρον του κτηνοτροφικού πληθυσμού της Κρήτης[5], και αφετέρου το πέρασμα -προοδευτικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1960- της κρητικής παραδοσιακής μουσικής στα χέρια των επαγγελματιών μουσικών [που, κάνοντάς την πολυπλοκότερη και εντυπωσιακότερη (αν και όχι πάντα ουσιαστικότερη), δεν ενδιαφέρθηκαν για πνευστά στα γλέντια τους] σε συνδυασμό με την αλλαγή στον τρόπο ζωής του Κρητικού βοσκού: το αυτοκίνητο επιτρέπει πλέον τη διαμονή στο χωριό, ενώ το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και τελικά η κασσέτα και το CD σχεδόν συρρίκνωσαν την ερασιτεχνική ενασχόληση με τη μουσική στο επίπεδο της ακρόασης.





Η μπαντούρα

Η λέξη χαμπιόλι στην Κρήτη σημαίνει γενικότερα τον αυλό. Έτσι, χρησιμοποιήθηκε για να προσδιορίσει δύο μουσικά όργανα το ένα ονομάζεται ειδικά χαμπιόλι (θ’ αναφερθούμε παρακάτω σ’ αυτό) και το άλλο είναι η μπαντούρα ή μαντούρα, πνευστό από λιανό καλάμι (κλειστό στη μία ακρη με τον κόμπο του και ανοιχτό από την άλλη), που ανήκει στην κατηγορία του κλαρινέττου διαθέτει επικρουστικό γλωσσίδι, φτιαγμένο με σχίσιμο στη μεριά της κλειστής άκρης με τη βοήθεια μαχαιριού, που μπαίνει ολόκληρο στο στόμα και παλλόμενο με το φύσημα παράγει τον ήχο, και «πέντε τρύπες καυτές, για να μολογά καλά»[6]. Το μέγεθός της συνήθως κυμαίνεται από 20 ώς 30 εκ., ενώ μερικές φορές φτιάχνεται με δύο κομμάτια καλάμι: το ένα έχει τις τρύπες για τα δάχτυλα και το άλλο, το μικρότερο, έχει το γλωσσίδι, πράγμα που δίνει την ευχέρεια στο μπαντουράρη να αντικαταστήσει μόνο το τμήμα αυτό αν καταστραφεί το γλωσσίδι του οργάνου[7]. Ο ήχος της είναι λεπτός, οξύτερος από του χαμπιολιού, γιατί το καλάμι είναι λεπτότερο. Οι δυνατότητές της περιορίζονται σε μερικές κοντυλιές (μουσικές φράσεις) και αυτοσχεδιασμούς[8].

Η λέξη λυρομπάντουρα και η φράση λύρες και μπαντούρες έφθασαν μέχρι τα τελευταία χρόνια να σημαίνουν τη μουσική γενικά. Μπαντούρες (ή χαμπιόλια, όπως συχνά τις ονόμαζαν) κατασκεύαζαν πρόχειρα τα παιδιά στα χωριά με το σουγιά τους και έπαιζαν απλές κοντυλιές χάριν παιδίας[9].

Δυο μπαντούρες μαζί, που η μια κρατεί το ίσο και η άλλη παίζει το σκοπό στα χείλη του ίδιου μπαντουράρη, συνιστούν τη τζιμπραγιά μπαντούρα (δίδυμη) ή διπλομπαντούρα. Συνήθως η μία από τις δύο μπαντούρες, αυτή που χρησιμεύει για ισοκράτημα, έχει μόνο μία τρύπα ο Ανωγειανάκης όμως αναφέρει τζιμπραγιά μπαντούρα με όλες τις τρύπες και στα δύο σκέλη από την περιοχή του Πρινέ Μυλοποτάμου ν. Ρεθύμνης τα τελευταία χρόνια του μεσοπολέμου σ’ αυτήν «έχουμε ένα απλό δυνάμωμα του ήχου: αντί μια έπαιζαν δυο μαντούρες μαζί τη μελωδία». Στο όργανο αυτό, «όταν, παρ’ όλη την προσοχή στην κατασκευή, οι δυο μαντούρες δε “μολογούσαν”, χρησιμοποιούσαν διάφορους τρόπους …για να συντονίσουν ηχητικά τις δυο μαντούρες: έξυναν μ’ ένα μαχαιράκι, δηλαδή ελέπτυναν περισσότερο το ένα από τα δυο γλωσσίδια ή στη μια από τις δυο μαντούρες έχωναν κάτω από το γλωσσίδι της μια λεπτή κλωστή ή τύλιγαν τρεις και τέσσερις φορές τη ρίζα του γλωσσιδιού με μια λεπτή κλωστή, που έδεναν μετά κόμπο (και οι δυο αυτοί τρόποι επηρέαζαν, όπως είναι φανερό, την παλμική κίνηση του γλωσσιδιού και συνεπώς το ύψος του ήχου). Άλλοτε πάλι άνοιγαν περισσότερο ή έκλειναν λίγο, με κερί, όποια από τις τρύπες δε συνταιριαζόταν ηχητικά με τη αντίστοιχη τρύπα στην άλλη μαντούρα κτλ.»[10].

Η ασκομπαντούρα.

Η τζιμπραγιά μπαντούρα αρμοσμένη σε ξύλινο θηκάρι και προσαρμοσμένη με κατάλληλο τρόπο σε δέρμα από αρνί ή ρίφι (κατσικάκι) μας δίνει στην Κρήτη την ασκομπαντούρα ή ασκομαντούρα και φλασκομπαντούρα, που είναι η γνωστή νησιώτικη τσαμπούνα και διαφέρει από τον άλλο τύπο ελληνικού άσκαυλου, τη γκάιντα[11].
«Η ασκομπαντούρα γίνεται από λιανό καλάμι διπλό. Το κάθε καλάμι έχει το καπάκι στον κόντυλο και μια σειρά τρύπες, όλες 5, όσα είναι και τα δάχτυλα της μιας χέρας. Τις τρύπες τις καίνε με αφτούμενο κάρβουνο για να γίνουν στρογγυλές. Τις δυο καλαμένιες μπαντούρες κάνουν να ταιριάζουν στη φωνή και τσοι βάνουν μέσα σ’ ένα ξύλο σκαλισμένο κούφιο σα σωλήνα από σφάκα γή ασφένταμο. Επειδής χαλούν τα καπάκια εύκολα, είναι χωριστά γινωμένα και ταιριάζουν ύστερα στο σωλήνα του καλαμιού πού ’χει τσοι τρύπες. …Η ασκομαντούρα βγάνει βοή πολλή και δίδει ζωή στους χορευτές, μα ταιριάζει σε γλέντι μεθυσιού και όχι σε γλέντι σοβαρό και ευγενικό. Για κείνο δεν την πολυμεταχειρίζονται στο χορό και στο τραγούδι καθόλου. Ο μπαντουράρης φράσει τες δύο πρώτες τρύπες της μπαντούρας με το πρώτο και δεύτερο δαχτύλι του δεξιού χεριού και τσοι άλλες τρεις προς τον πόρο τση μπαντούρας με τα τρία πρώτα δαχτύλια της ζερβής χέρας»[12].
Ο Ανωγειανάκης καταγράφει ασκομπαντούρα με 6 τρύπες και αυλακωτή βάση με τρεις αυλούς ο τρίτος αυλός, χωρίς τρύπες, χρησιμεύει για ισοκράτημα (Άγιοι Δέκα Ηρακλείου)[13].
Το δέρμα με το πιο κατάλληλο μέγεθος για την κατασκευή της, όπως λέει ο χαμπιολάτορας, ασκομπαντουριέρης και κατασκευαστής Μανώλης Φαραγκουλιτάκης ή Μπαξές από τα Βορίζια Ηρακλείου[14], είναι του ζώου («γ-ή αρνί γ-ή ρίφι, ό,τι νά ’ναι») που «θα βγει το κρέας του 7-8 κιλά κι εννιά κιλά να βγει, καλό είναι», ώστε να μπορεί ο παίχτης «ν’ αγκαλιάσει τ’ ασκί». Φυσικά το δέρμα αυτό δεν πρέπει να είναι σκισμένο στο λαιμό, όπως γίνεται όταν το ζώο σφάζεται για το κρέας του[15].
Η εξωτερική πλευρά του δέρματος είναι εσωτερική του οργάνου. «Τα πιο πολλά μαλλιά έχουνε κουρευτεί κι έχει μισό πόντο μαλλί από μέσα» (αν ξυρίσουν την τρίχα οι πόροι του δέρματος ανοίγουν με το παίξιμο και τ’ ασκί ξεθυμαίνει γρήγορα. Εξάλλου το κοντό μαλλί συγκρατεί το χνότο και το σάλιο, που μαζεύονται σιγά σιγά μέσα στο ασκί με το φύσημα, και τα εμποδίζουν να προχωρήσουν και να «ξεκουρντίσουν» τα γλωσσίδια μαλακώνοντάς τα με την υγρασία[16]).
Η κατασκευή γίνεται «ότι να ξεραθεί τ’ ασκί. Εγώ τση βάνω αλάτσι γιατί, όσο νά ’ναι, δέρματά ’ναι, και θέλει πολύ αλάτσι να τη μ-ψήνει (..). Έκειέ ’χω και κάτι κόλλα που είναι δερματόκολλα άμα χάνει αέρα, να του βάλομε λιγάκι ,ίσως να σταθεί.»
Ενώ τα μπαντουράκια είναι, φυσικά, από καλάμι, το στόμιο είναι κοκκάλινο. Εκεί «δε γ-κάνει να βάλεις καλάμι το καλάμι θα το κάμ’ αυτό ντελόγο τ’ αδόντι… και ξύλινο νά ’ναι θα το σπάσει. Αλλά τούτο ’δώ είναι αμετάβλητο»[17]. Το στόμιο λέγεται φουσκωτάρι (Λασήθι), μπούζουνας (Σητεία) κλπ[18].
Κατά το παίξιμο «πετάς τη γλώσσα και φράζεις το κόκκαλο ύστερα πάλι ξεφράζεις και μπαίνει αέρας στ’ ασκί σιγά σιγά, δώσ’ του δώσ’ του. Δε θέλει να πάρεις πολύ αέρα, γιατί κλειούνε τα χαμπιολάκια μέτρια».
«Τ’ ασκί είναι για να μη γ-κάνει διακοπή. Γιατ’ η μαντούρα, άμα λείπει τ’ ασκί, παίζει κι ετσά το ίδιο, αλλά κάνει διακοπές» (για ν’ αναπνεύσει ο παίχτης), «ενώ με τ’ ασκί δε γ-κάνει» (γιατί συγκρατεί τον αέρα στο εσωτερικό του, είναι δηλαδή αεροθάλαμος)[19].


    Reference: http://www.cretan-music.gr/aerofona.htm
Valentini Mellas
Greece
Local time: 08:17
Native speaker of: Greek
PRO pts in category: 8
Grading comment
Ευχαριστώ για την ωραία και χρήσιμη ιστοσελίδα

Peer comments on this answer (and responses from the answerer)
agree  Vicky Papaprodromou
1 min
  -> :)

agree  roguestate: http://www.ilio.com/ilio/worldwinds/linernotes.html
38 mins
  -> :)
Login to enter a peer comment (or grade)

3 mins   confidence: Answerer confidence 5/5
ασκομαντούρα
Πνευστό Μουσικό Κρητικό Όργανο


Explanation:
ασκομπαντούρα ή ασκομαντούρα και φλασκομπαντούρα


Betty Revelioti
Greece
Local time: 08:17
Native speaker of: Native in GreekGreek
Login to enter a peer comment (or grade)




Return to KudoZ list


KudoZ™ translation help
The KudoZ network provides a framework for translators and others to assist each other with translations or explanations of terms and short phrases.



See also:



Term search
  • All of ProZ.com
  • Term search
  • Jobs
  • Forums
  • Multiple search