The KudoZ open glossary is a browsable glossary of terms translated via the KudoZ term help network.

German to Greek Electronics / Elect Eng Translation Glossary

German term Greek translation
(Boden)einführung είσοδος [καλωδίων] (από το κάτω μέρος)
3-Funktionsspritze ψεκαστήρας/σύστημα ψεκασμού 3 λειτουργιών
Abrollgeraeusch θόρυβος κύλισης
Alibispeicher συσκευή αποθήκευσης δεδομένων
angrenzende Flaechen (Waende) εφαπτόμενες επιφάνειες
Anspritzung άνοιγμα, πύλη
ausrichten vs. aufstellen Ausrichten = οριζοντίωση, Aufstellen=τοποθέτηση
Beplankung επένδυση / πλευρική επικάλυψη
Berg- und Talfahrt έντονες διακυμάνσεις
Butzen δίσκοι
Entered by: Anna Spanoudaki-Thurm
Clipping περιορισμός πλάτους
druckgusskorb κατασκευή από χυτό (αλουμίνιο)
durchtakten μεμονωμένη / σειριακή επεξεργασία
Entered by: Lito Vrakatseli
Einbaugeräte εντοιχισμένες συσκευές
Einzelschacht-Überwachung Ξεχωριστή ασφάλεια υπερφόρτωσης για κάθε υποδοχή φόρτησης
Elektrofacharbeiter ηλεκτροτεχνίτης
Entered by: Anna Spanoudaki-Thurm
Ersatzteilhaltung διατήρηση στοκ ανταλλακτικών
Farbwechsler εναλλαγή χρωμάτων
Flammvorbehandlung προεπεξεργασία με φλόγα
Entered by: Theodoros Linardos
flankensteilheit ρυθμός ανταπόκρισης
frequenzgang απόκριση συχνότητας
frequenzweiche κροσόβερ (διαχωριστής συχνοτήτων)
gebürstet βουρτσισμένο / βουρτσιστό
Geglätteter Stromistwert Ομαλοποιημένη/στρογγυλοποιημένη μετρούμενη/στιγμιαία τιμή ρεύματος
Hordenwagen Τρόλεϊ μεταφοράς δίσκων
Innere Unruhen εμφύλια αναταραχή
Klangbeeinflussung διαμόρφωση ήχου
Kurzstabantenne, Antennenstab ραβδόμορφη κεραία
Ladeschacht υποδοχή φόρτισης
Ladeschaltung κύκλωμα (επανα)φόρτισης
Ladeschluss- Spannung τάση τερματισμού (της) φόρτισης
Leittechnik έλεγχος διεργασιών/διαδικασίας
Entered by: Lito Vrakatseli
Lieferumfang έκταση (της) παράδοσης
Linienbetrieb λειτουργία γραμμής
Maschine leer fahren Λειτουργία της μηχανής εν κενώ
maximale Sicherungsleistung μέγιστη ικανότητα ασφάλειας
Memory-Effekt φαινόμενο μνήμης
Nennhubfrequenz ονομαστική συχνότητα διαδρομής
Entered by: Lito Vrakatseli
Netzteil τροφοδοτικό
Netzwechselspannung εναλλασσόμενη τάση δικτύου
Entered by: Lito Vrakatseli
Next »

Your current localization setting

English

Select a language

Term search
  • All of ProZ.com
  • Term search
  • Jobs
  • Forums
  • Multiple search