(to) gaslight

For term searches and specialty glossaries, please try the new GBK glossaries
18:55 Nov 26, 2019
English to Greek translations [PRO]
Social Sciences - Psychology
Additional field(s): Medical: Health Care, Social Science, Sociology, Ethics, etc.
English term or phrase: (to) gaslight
Definition from Brittanica.com:
A technique of deception and psychological manipulation, usually practiced by a single deceiver, or “gaslighter,” on a single victim over an extended period. Its effect is to gradually undermine the victim’s confidence in their own ability to distinguish truth from falsehood, thereby rendering them dependent on the gaslighter.

Example sentence(s):
  • Is my brother being gaslighted by his boss? The Spectator
  • Toronto police gaslighted us on traffic enforcement. Their neglect put lives at risk. The Star
  • Student Health’s misdiagnosis delayed Matson from receiving necessary treatment and medication, negatively impacting her academic, social and emotional well-being. The gaslighting, which led to her questioning and blaming herself for her physical suffering, may potentially have longer lasting effect. Duke Chronicle
Glossary-building KudoZ

This question was created by:

This question will remain open until an answer receives the required level of agreement from peers. Submission is still possible.

Summary of translations provided
4 -1χειραγωγώ συναισθηματικά
Ioanna Zampakidi


Translations offered

2 hrs   confidence: Answerer confidence 4/5Answerer confidence 4/5 peer agreement (net): -1
χειραγωγώ συναισθηματικά

Definition from Wikipedia:
Με το διεθνή αγγλικό όρο gaslighting εννοείται μια μέθοδος ψυχολογικής χειραγώγησης της οποίας στόχος είναι η σπορά αμφιβολιών εντός ατόμων ή ομάδων ατόμων, έτσι ώστε να μην είναι βέβαια για την ίδια τους την μνήμη, αντίληψη, και λογική. Χρησιμοποιώντας συνεχή άρνηση, παραπλάνηση, αντιφάσεις, και ψεύδη, προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει το θύμα και να απαξιώσει τις πεποιθήσεις του.[1][2]

Example sentence(s):
  • Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το λεγόμενο gaslighting, όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια μορφή συναισθηματικής κακοποίησης κατά την οποία η γυναίκα πείθεται σταδιακά ότι η αντίληψή της είναι λανθασμένη, αφήνοντάς τη να αμφιβάλλει για τη λογική, την “ψυχική υγεία” της και την αντίληψή της για τα όσα συμβαίνουν. - thersitis  
  • Το κλασικό ψυχολογικό θρίλερ του Πάτρικ Χάμιλτον, γραμμένο το 1938, περιγράφει την ψυχολογική κακοποίηση μιας γυναίκας από τον σύζυγό της. Η αγγλική λέξη «gaslighting» που σημαίνει «ψυχολογική χειραγώγηση», προέρχεται από τον τίτλο του έργου. - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  

Ενώ και στην πηγή που παρέθεσα αναφέρεται ως «ψυχολογική χειραγώγηση», επιστημονικά και με τη σύμφωνη γνώμη ψυχολόγου θεωρώ πιο ορθό να αποδοθεί ως «συναισθηματική χειραγώγηση».
Ioanna Zampakidi
Local time: 13:01
Native speaker of: Native in GreekGreek

Votes in favor of/against selecting this as the best translation of the term asked
No  ALEXANDRA KAROUSOU: Θα διαφωνήσω με τη γνώμη του συναδέλφου ψυχολόγου. Επειδή ο όρος δεν αναφέρεται μόνο στην συναισθηματική χειραγώγηση, αλλά και στη νοητική. Χειραγωγείται και η σκέψη του θύματος, καταλήγει να πιστεύει ότι δεν σκέφτεται σωστά, δεν θυμάται καλά, κλπ...
3 days 15 hrs
Login to enter a peer comment (or grade)

Login or register (free and only takes a few minutes) to participate in this question.

You will also have access to many other tools and opportunities designed for those who have language-related jobs (or are passionate about them). Participation is free and the site has a strict confidentiality policy.

KudoZ™ translation help

The KudoZ network provides a framework for translators and others to assist each other with translations or explanations of terms and short phrases.

See also:

Your current localization setting


Select a language

Term search
  • All of ProZ.com
  • Term search
  • Jobs
  • Forums
  • Multiple search