For term searches and specialty glossaries, please try the new GBK glossaries
18:55 Dec 23, 2019
English to Greek translations [PRO]
Social Sciences - Social Science, Sociology, Ethics, etc.
Additional field(s): General / Conversation / Greetings / Letters, Psychology, Slang, Journalism
English term or phrase: mansplain
Definition from Merriam-Webster:
to explain something to a woman in a condescending way that assumes she has no knowledge about the topic

Example sentence(s):
  • Being told why you do or don’t like something is commonplace in the mansplaining cannon Bustle
  • Even women who are famous for their mastery of a domain find themselves being mansplained. The Conversation
  • Mansplaining may seem like a trivial issue in isolation, but how we communicate tells other people how much or little they are valued.
Glossary-building KudoZ

This question was created by:

This question will remain open until an answer receives the required level of agreement from peers. Submission is still possible.

Summary of translations provided
5Το να πατρονάρει ένας άνδρας μία γυναίκα με τις απόψεις του υποτιμώντας την.
Ioanna Tarpinidou


Translations offered

6 days   confidence: Answerer confidence 5/5
Το να πατρονάρει ένας άνδρας μία γυναίκα με τις απόψεις του υποτιμώντας την.

Definition from Wikipedia:
Το να εξηγεί ένας άνδρας σε μία γυναίκα ζητήματα για τα οποία εκείνος δεν έχει τις απαραίτητες γνώσεις, περιφρονώντας την και αγνοώντας ότι εκείνη στην πραγματικότητα είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα από εκείνον.

Example sentence(s):
  • Όταν, όμως, κάποιος άντρας την στιγμή που μιλάς για τις κράμπες περιόδου ή για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζεις ως γυναίκα, σε διακόπτει για να σου εξηγήσει εκείνος τι σημαίνει να είσαι πρώτη μέρα αδιάθετη με 40 βαθμούς λιοπύρι και σε ερημική παραλία χωρίς ομπρέλα, τότε ΝΑΙ αυτό είναι mansplaining. Και αυτός είναι ο πιο απλοϊκός τρόπος που θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τι είναι. - Huffington Post  
  • Πρόκειται για τις περιπτώσεις που ένας άντρας εξηγεί κάτι -συνήθως σε μία γυναίκα- με υπεροπτικό, γεμάτο αυτοπεποίθηση και συχνά λάθος ή υπερβολικά απλουστευμένο τρόπο που υποτιμά τη νοημοσύνη ή τις γνώσεις του συνομιλητή. Πολλές φορές μάλιστα αυτός που εξηγεί γνωρίζει λιγότερα για το θέμα από τον συνομιλητή του. - Oneman  
  • «Ρε Λίνα, αφού δεν ξέρεις τι είναι το mansplaining. Είναι όταν κάποιος άνδρας έχει αρκετή αυτοπεποίθηση για την γνώση του πάνω σε ένα θέμα ώστε να διακόπτει γυναίκα για να της το εξηγήσει, συχνά με περιφρονητικό τρόπο, και ίσως με δυνατότερη φωνή» είπε ο 50χρονος διευθυντής. Αφού η 40χρονη πτυχιούχος του Παντείου πανεπιστημίου με διδακτορικό στις σπουδές φύλου άκουσε υπομονετικά τον ορισμό και έγνεψε ένα ελαφρύ «ναι, σωστά», η συζήτηση για τη νέα διαφημιστική καμπάνια του υπουργείου εσωτερικών για την ισότητα φύλου στον εργασιακό χώρο συνεχίστηκε κανονικά. - To Koulouri  

Ioanna Tarpinidou
Local time: 07:29
Native speaker of: Native in GreekGreek
PRO pts in category: 4
Login to enter a peer comment (or grade)

Login or register (free and only takes a few minutes) to participate in this question.

You will also have access to many other tools and opportunities designed for those who have language-related jobs (or are passionate about them). Participation is free and the site has a strict confidentiality policy.

KudoZ™ translation help

The KudoZ network provides a framework for translators and others to assist each other with translations or explanations of terms and short phrases.

See also:

Your current localization setting


Select a language

Term search
  • All of
  • Term search
  • Jobs
  • Forums
  • Multiple search