αυτοεξαίρεση opting out, opt-out

Creator:
Language pair:Greek to English
Definition / notes:Οι μεγάλοι κερδισμένοι από τη χθεσινή απόφαση είναι η Βρετανία και η Κομισιόν. Η Βρετανία διότι όχι μόνο θα εξακολουθήσει να εφαρμόζει τη δυνατότητα αυτοεξαίρεσης (opt out) από την οδηγία του 1993, η οποία θέτει ανώτατο όριο χρόνου εβδομαδιαίας εργασίας το 48ωρο, αλλά διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι και τα άλλα κράτη-μέλη είναι έτοιμα να ακολουθήσουν τον δρόμο που χάραξε για εβδομαδιαία εργασία που μπορεί να υπερβεί τις 70 ώρες...
At its May 2005 plenary session, the European Parliament approved a text amending the European Commission’s draft Directive on the revision of the working time Directive. One of the main areas of revision is the elimination of the opt-out from the maximum 48-hour week after three years.

Your current localization setting

English

Select a language

All of ProZ.com
  • All of ProZ.com
  • Term search
  • Jobs
  • Forums
  • Multiple search